Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Για την ποιήτρια Μαρία Καραγιάννη


Στο ενδιάμεσο γης και ουρανού

Οι ποιητές λένε έχουν εμμονές. Πάνω από όλα εμμένουν στις λέξεις, ενίοτε σε ιδέες, σε μνήμες, στο παρελθόν, σε πρόσωπα. Η ποίηση της Μαρίας Καραγιάννη εμμένει στα άψυχα. Όλα, όντα και μη όντα, αποπνέουν μια αίσθηση ακινησίας και στασιμότητας. Σα να έχουν όλα «ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά» τους, «ένα κλαδάκι λησμονιάς»: «Με ήσυχο αίμα / καθώς η πάχνη σε δέρμα λιβαδιού. Η γη είναι άγονη 52, οι κήποι έχουν χάρτινα άνθη 52, ο αναπτήρας χαλασμένος 56, το άρωμα των λουλουδιών «εξοντωμένο», οι καθρέφτες σκεπασμένοι σελ 57, τα βρέφη πνιγμένα 57, τα όνειρα εξορισμένα και ξεχασμένα (σελ. 58), οι ναοί κλειδωμένοι (58), και οι άγγελοι δε θα ’ρθουν σελ 55.
Στους στίχους ιδίως της συλλογής της Η κατάδυση (ποιήματα του 1956-1963), σκιαγραφείται ένα σύμπαν σαχτουρικό, όπου ο ουρανός, ο ήλιος, το φως, τα δέντρα, τα βράχια, η θάλασσα, τα πλοία, τα σπίτια, όλα έχουν από καιρό πετρώσει. Ανήκουν σε έναν κόσμο απολιθωμένο, που έχει πάψει πια να ζει (όπως η νεκρόπολη της Λίνδου). Είναι ένα εφιαλτικό σύμπαν με εικόνες που ανακαλούν στη μνήμη τη ζωγραφισμένη ποίηση του Σαχτούρη: αράχνες που κλείνουν τον ουρανό (σελ. 9), έναν ουρανό όμως που δεν έχει γη για να ακουμπήσει (12). μια γη που σχίζεται στα δυο (9), ίσκιοι που διαφεντεύουν το τοπίο (14, 15) και «πολύχειρα τέρατα (17)» που βγαίνουν από τη θάλασσα και σκεπάζουν τα βράχια, βυθίζουν καράβια.
Ακόμα και τα έμψυχα όντα μοιάζουν σαν να έχουν πεθάνει. Το ποιητικό υποκείμενο με το πρόσωπο τυφλό εποπτεύει το σώμα του από ψηλά, ντυμένο «με άσπρα / και κόκκινα και σκοτεινά φορέματα». Σαν να το βλέπει μέσα σε τάφο. Και, γενικά, οι τάφοι, τα κενοτάφια κυρίως, οι «τυφλές λακκούβες», τα «κλεισμένα μάτια», οι «αόμματοι ήλιοι», τα «καμένα φεγγάρια» παραπέμπουν σε παντελή έλλειψη φωτός, στο απέραντο σκότος του θανάτου.
Σ’ αυτό το ενδογενές τοπίο ακόμα και τα πουλιά είναι άψυχα, νεκρά, «άκορμα»:
Κοίταξε την αράχνη
έκλεισε τον ουρανό
που σκεπάζει
το πεθαμένο πουλί
Σα να μην έφτανε
το μωβ λουλούδι
η σκισμένη γη
το μισάνοιχτο ράμφος[1].

Τα πουλιά είναι αγαπημένο μοτίβο στην ποίηση της Καραγιάννη. Εχθρικά, επιτίθενται στους ανθρώπους, τους καρφώνουν με τα ράμφη τους κι ύστερα πεθαίνουν. Ακόμα κι όταν είναι πολύχρωμα, δεν είναι ζωντανά. Είναι διακοσμητικά, κρεμασμένα στον τοίχο, βουβά, ταριχευμένα (σελ. 29). Παρόμοια με αυτά και το ποιητικό υποκείμενο, ζώντας στο σκοτάδι, νιώθει συχνά να πνίγεται, σαν πουλί που δεν έχει αέρα και φωνή. Τα μαύρα πουλιά στοιχειώνουν τα όνειρά του, κατακλύζουν τον κόσμο του, κηδεύουν τον ουρανό ή τον ήλιο, σβήνουν τις ελπίδες:
[…]
Μαύρα πουλιά
με σπασμένους λαιμούς
ατροφικές φτερούγες
κι αξίνες ράμφη
κηδεύανε τον ουρανό
βουλιάζανε τις στέγες
και τις παλάμες των ανθρώπων […][2]

Κι αλλού:
      Τώρα δεν έρχονται τα πουλιά
      να κηδέψουν τον ήλιο
καρφώνουν μόνο τα γαμψά τους πόδια
στο τυφλό μου πρόσωπο […][3]

Η επιθετικότητα των πουλιών δεν είναι άσχετη με το χρόνο και το χώρο όπου ζει η ποιήτρια. Ιδίως ο χώρος της μικραίνει συνεχώς, γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτικός:
[…]
κι ο χώρος μίκραινε-μίκραινε
κι ο χώρος μίκραινε
ο χώρος[4]

Κι αλλού:
      […]
      μικραίνουνε τα χέρια μου
κοντά κι ανάπηρα
[…]

Είναι ένας χώρος  άδειος, κλεισμένος από παντού. Εποχή δύσκολη, φόβου, καχυποψίας:

Κατοικώ ένα πέτρινο σπίτι
με άδειες σπηλιές
κι οι συγγενείς ανύποπτοι με κυκλώνουν
με τεντωμένες παλάμες[5].

Η μοναξιά είναι ασφυκτική, κυριαρχεί σ’ αυτό το ανοίκειο σύμπαν. Το ποιητικό υποκείμενο βλέπει μόνο τον εαυτό του στον καθρέφτη, αυτόν τον δίδυμο αδελφό. Τα φαράγγια με την ηχώ τον συντροφεύουν καθώς αγωνίζεται να αποδιώξει τις μνήμες:
     
Πάρε με μαζί σου στο Μπεϊρούτ
λένε για τη θάλασσα
πως πνίγει τη μνήμη[6]

Το ίδιο αίσθημα πνιγμού απεικονίζει και η συλλογή Ο πυθμένας που περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν κατά την περίοδο της δικτατορίας. Την ίδια ακινησία, το ίδιο αίσθημα εγκλεισμού και αδιεξόδου. Μετά την κατάδυση έρχεται η ανώμαλη προσγείωση σε έναν εχθρικό, παγερό και σιωπηλό πυθμένα, κατάμεστο από φίδια και κοφτερά φτερά ψαριών, μεγάλα κήτη (σελ. 45). Εποχή για σιωπή, αυτοσυγκέντρωση και ανανέωση:

Και για να ’ρθει η σιωπή
πρέπει πρώτα να μάθουμε
το μυστικό της ταφής.
Στους πυθμένες των πηγαδιών
με κομμένα σκοινιά
βαριά σκεπασμένα τα στόμια
να βυθίζουμε τις κραυγές.
Ν’ αναπαυτούν στον πνιγμό τους.
Τότε μονάχα θα ’ρθουν
οι καινούριες λέξεις
που αθόρυβα θα αφηγούνται
σαν τα σβησμένα πρόσωπα
βυζαντινού εικονίσματος[7].

Η γη, ο γήινος κόσμος της ποιήτριας, χαρακτηρίζεται, λοιπόν, από το θάνατο, την ερήμωση, το κακό. Κι όπως με τον ουράνιο κόσμο του Σαχτούρη, όπου εκεί ο ποιητής-άγγελος προσπαθεί να αποκαταστήσει την κλονισμένη σχέση με τον ουρανό, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια συνομιλεί χαμηλόφωνα σε β΄ ρηματικό πρόσωπο με τους φίλους της και επικαλείται τον Κύριο να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και να διώξει την ερημιά και την εγκατάλειψη[8]. Αν και ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, συγγενεύει στις πρώτες συλλογές της με τον Σεφέρη αλλά και με τους ποιητές της πρώτης γενιάς: τον Σαχτούρη, τον Αναγνωστάκη και τον Σινόπουλο.
Στο ενδιάμεσο ουρανού και γης βρίσκονται και οι άγγελοι. Σαν φτερωτά πτηνά ανεβαίνουν ψηλά ή κάνουν απότομη βουτιά στη γη. Στις πρώτες συλλογές της είναι φορείς μνήμης, όπως της μητέρας[9] ή του καλού και του αναμενόμενου, της ελπίδας, η οποία όμως συνήθως δεν έρχεται:
Κι αυτό το σπίτι έμεινε
για να προσεύχεσαι
σε αγγέλους που δε θα ’ρθουν[10].

Οι άγγελοι στην ποίηση της Καραγιάννη συμβολίζουν την αγνότητα και την πνευματικότητα που χάθηκε από τη γη. Γι’ αυτό και το φυσικό τους τοπίο είναι το ουράνιο και η υπόστασή τους άπιαστη και άυλη[11]. Η αναζήτησή τους στον γήινο κόσμο μοιάζει με χαμένη υπόθεση, σαν το κυνήγι μιας οπτασίας:  
      […]
και οι κήποι ξεχασμένοι
να εξάπτονται
μ’ άσπρα και κόκκινα
τριαντάφυλλα
να κυνηγούν
ερεθισμένα  και στιλπνά
τον άγγελο
χαμένο ίχνος
πυρπολημένος
φως εν φυγή[12]

Είναι σαν ίσκιοι «φορτωμένοι με φτερά»[13] ή σαν ήλιοι καιόμενοι, που στο κορμί τους φέρουν τις πληγές της αγάπης. Θυσιάζεται για να σώσει έναν κόσμο τρομαγμένο, ξεχασμένον από την ελπίδα:

Φάνηκε ο άγγελος
και οι πληγές του αστράψαν ανοιχτές
Ύστερα βιαστικός
πυρπολημένος μες στον ήλιο του
μας άφησε
[…][14]

Ενίοτε, ο άγγελος λειτουργεί ως μεσάζων, διακομιστής στην άλλη ζωή, άγγελος του θανάτου, τρομαγμένος όμως κι αυτός για το θάνατο:
      Και μόνο στον πυρήνα
      φωνάζει σταθερά
      τον τρομαγμένο άγγελο
να ετοιμαστούν μαζί
για το ταξίδι[15].

Τι σχέση έχουν λοιπόν τα πουλιά, οι άγγελοι με τον ουρανό και τη γη; 




[1] «Έκλεισε τον ουρανό», Η κατάδυση και ο πυθμένας», Κέδρος 1979, σελ.9.
[2] «Η βροχή στην Λίνδο», ό.π., σελ. 19.
[3] «Όταν πεθαίνουν», ό.π., σελ. 26.
[4] «Ο χώρος μίκραινε», ό.π. σελ. 28.
[5] 31
[6] 36
[7] «Οι καινούριες λέξεις», σελ. 46.
[8] Σελ 50, 51
[9] «Παλιά μνήμη», ό.π., σελ.54
[10] «Σε αγγέλους που δε θα ’ρθουν», ό.π., σελ. 55.
[11] Μοιάζουν με τον σεφερικό άγγελο του Μυθιστορήματος : «Τον άγγελο/ τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια…»
[12] «Ποιο πλήθος έρχεται έρποντας», Δίδυμο όνειρο, σελ. 16.
[13] «Κάθε φορά ο άγγελος», Δίδυμο όνειρο, Κέδρος 1979, σελ. 7.
[14] «Πυρπολημένος μες στον ήλιο του», ό.π., σελ. 15.
[15] «Μόνο στον πυρήνα», ό.π., σελ. 20.

Μαρία Λαϊνά, Δ΄ Θριαμβικό


Μαρία Λαϊνά, «Δ΄ Θριαμβικό», Από τη συλλογή Επέκεινα (1970)
Love is not love
which alters when it alteration finds
or bends with the remover to remove
Σαίξπηρ, Sonnet 116
Δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με κάθε σκούντημα παραστρατεί
(μτφρ. Β. Ρώτας)
Αν κάποτε πεθάνω,
    μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»:
    εσύ θα με 'βρεις στην αναπνοή του αγέρα

    στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.

Αν κάποτε πεθάνω,
    μη διαβάσεις ποτέ το όνομά μου σε πέτρα:
    εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
    και στην επιμονή του ήχου της βροχής.

Αν κάποτε πεθάνω,
    μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε:
    σκέψου πως θα σε περιμένει,
    σ' άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου.

Μια καινοτομία στη διδασκαλία των Κ.Ν.Λ. Γυμνασίου και Λυκείου στη δεκαετία που εκπνέει είναι το λεγόμενο παράλληλο κείμενο, το οποίο αποσκοπεί να καλλιεργήσει στους μαθητές τη δεξιότητα να ερμηνεύουν με τη βοήθεια του διδαγμένου κειμένου ένα άλλο αδίδακτο. Στο ΠΔ. για την αξιολόγηση των μαθητών στο μάθημα της Λογοτεχνίας Γυμνασίου η σύγκριση με ένα άλλο έργο συναφές με το εξεταζόμενο κείμενο είναι προαιρετική και αφορά μόνο τους μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου, ενώ στο Λύκειο η ερώτηση είναι υποχρεωτική. 
Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της ερώτησης δεν είναι να δυσκολέψει περισσότερο τους μαθητές από ό,τι γενικότερα δυσκολεύει το μάθημα της Λογοτεχνίας, αλλά να οξύνει την κρίση τους με τη μεταφορά της πείρας που αποκόμισαν από το διδαγμένο κείμενο σε ένα άλλο, παρεμφερές. Έχει επίσης σκοπό να αυξήσει την ευαισθησία τους με τη διεύρυνση της επαφής τους και με άλλα λογοτεχνικά κείμενα, ελληνικά και ξένα. Με το παράλληλο κείμενο αποφεύγονται οι μηχανιστικές απαντήσεις, που μπορεί να προέρχονται από την αποστήθιση ξένων αναλύσεων. Ο μαθητής καλείται να αξιοποιήσει την αποκτηθείσα γνώση εντοπίζοντας τα κοινά σημεία μορφής ή περιεχομένου και να προβληματιστεί με νέους, διαφορετικούς, τρόπους έκφρασης.
Μια άλλη, έμμεση ωφέλεια, είναι η διάνθιση της διδακτέας ύλης και με άλλα κείμενα που ξεφεύγουν από τη συγκεκριμένη εποχή, λόγω της ιστορικής κατάταξης των ΚΝΛ Λυκείου. Έτσι, στην Α΄ Λυκείου λ.χ. οι μαθητές μπορούν να χαρούν ως παράλληλα και άλλα κείμενα από μεταγενέστερες εποχές  που τους μιλούν περισσότερο και δεν εγκλωβίζονται στον 19ο αιώνα. Το ίδιο ισχύει και για τη Γ΄ Λυκείου, όπου, όσο διδάσκεται σ’ αυτή την τάξη η Λογοτεχνία, το καταθλιπτικό κλίμα του Πολέμου και του Εμφυλίου κουράζει τους μαθητές.
Για το λόγο αυτό, ως παράδειγμα για την επεξεργασία ενός ποιήματος και τη διδακτική αξιοποίηση ενός παράλληλου κειμένου, επέλεξα ένα ποίημα της Γ΄ Λυκείου που δεν κινείται στο μεταπολεμικό/μετεμφυλιακό κλίμα. Είναι ένα ερωτικό ποίημα, από τα λίγα του είδους που υπάρχουν στα βιβλία της Λογοτεχνίας: της Μαρίας Λαϊνά «Δ΄ Θριαμβικό».

Ι. Βιογραφικά Στοιχεία

Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως κειμενογράφος, μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων, script writer σε τηλεοπτικές εκπομπές και ταινίες. Ήταν παραγωγός, επιμελήτρια και παρουσιάστρια σε εκπομπές της ελληνικής ραδιοφωνίας με λογοτεχνικά θέματα. Δίδαξε επί 15ετία την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία σε αμερικάνικα κολέγια. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, σουηδικά, φιλανδικά, βουλγαρικά, εβραϊκά και σε άλλες γλώσσες.

Το 1993 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο ποίησης για την ποιητική της συλλογή, Ρόδινος φόβος. Η μετάφραση στα Γερμανικά της ίδιας συλλογής απέσπασε το βραβείο της Πόλης του Μονάχου. Το 1996 επίσης τιμήθηκε με το βραβείο Καβάφη και το 1998 με το βραβείο Μαρία Κάλλας του Γ΄ προγράμματος της ελληνικής Ραδιοφωνίας.

ΙΙ. Το έργο της
ΠΟΙΗΣΗ: Ενηλικίωση. 1968. Επέκεινα, Κέδρος, 1970. Αλλαγή τοπίου. Κέδρος, 1972. Σημεία Στίξεως. Κέδρος, 1979 / Στιγμή, 1991,  Δικό της. Κείμενα, 1985. Ρόδινος φόβος. Στιγμή, 1992, 1994.
ΘΕΑΤΡΟ: Ο Κλόουν (θεατρικός μονόλογος), Στιγμή, 1985. Η Πραγματικότητα είναι πάντα εδώ (θεατρικό σε τρεις πράξεις), Στιγμή, 1990. Ένα κλεφτό φιλί. (θεατρικό μονόλογος), Άγρα, 1996. Το Φαγητό (μονόλογος), Άγρα, 1998. Οικογενειακή υπόθεση (θεατρικό σε τρεις πράξεις), Καστανιώτης.
ΠΕΖΑ: Η Εφτάψυχη, διήγημα, τομ. Μικρή Ζωολογία. Πατάκης, 1998. Έως θανάτου, διήγημα. Πατάκης, 2001.
Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση Πάουντ, Έλιοτ, Μάνσφηλντ, Γουίλλιαμς, Μίλλερ κλπ.
Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή Ενηλικίωση και ακολούθησαν τα έργα: Επέκεινα, Αλλαγή τοπίου, Σημεία στίξεως, Δικό της, Ρόδινος φόβος, Ένα κλεφτό φιλί.

ΙΙΙ. Το ποίημα «Δ΄ Θριαμβικό»: ερμηνεία
Ανήκει στη συλλογή Επέκεινα (1970), η οποία αποτελεί μια σύνθεση τεσσάρων μερών: Α΄ Βαφτιστικό, Β΄ Θρηνητικό (6 Κύκλοι), Γ΄ Έξοδος, Δ΄ Θριαμβικό. Η συλλογή αυτή, που δίνει την αίσθηση θεατρικού έργου, έχει ως θέμα της το θάνατο, βιωμένο όμως μέσω του έρωτα. Αυτόν τον «επέκεινα κόσμο» πασχίζει να εξερευνήσει η ποιήτρια. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής διακρίνονται από εσωστρέφεια, μοιάζουν με εσωτερικό μονόλογο και δεν έχουν ίχνος εγκεφαλικότητας[2], ενώ ο λόγος τους είναι λυρικός κι ελλειπτικός.
Στο συγκεκριμένο ποίημα, η ποιήτρια απευθύνεται στο αγαπημένο πρόσωπο και το παρηγορεί πως, αν κάποτε πεθάνει, θα υπάρχει παντού, στον αέρα, στους ήχους της άνοιξης και της βροχής, γιατί η αγάπη δεν τελειώνει με το θάνατο. Το ποίημα έχει την ιδιότητα να ξεπερνά τις συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου και να καταγράφει συναισθήματα που εκφράζουν όχι μόνο το παρόν, αλλά και το «επέκεινα», την αιωνιότητα. Είναι ένα ποίημα λυρικό με μεταφυσικές αναφορές, με επίκεντρο όμως την αγάπη.
Ο τίτλος δείχνει ότι το ποίημα αυτό είναι το τέταρτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης, που εκφράζει τον «θρίαμβο» του έρωτα, ο οποίος υπερβαίνει τα πάντα, ακόμα και το θάνατο. Αυτό άλλωστε έχει ως θέμα του και το «μότο» του ποιήματος, το οποίο η ποιήτρια δανείζεται από τον Σαίξπηρ (1564-1616). Οι αγγλικοί στίχοι προέρχονται από το 116ο Σονέτο του ποιητή (το 1609 ο ποιητής εξέδωσε την περίφημη συλλογή των 154 σονέτων του) και σ’ αυτούς εκφράζεται ένας «αρνητικός» ορισμός της αγάπης (τι δεν είναι αγάπη): «Δεν είναι αγάπη αυτή που αλλάζει όταν βρίσκει δυσκολίες ή λυγίζει όταν το πρόσωπο μετατοπίζεται (δεν υπάρχει πια)»[3]. Άρα αγάπη είναι το συναίσθημα που παραμένει ακλόνητο σε κάθε εμπόδιο, ακόμα κι όταν έχει χαθεί το αγαπημένο πρόσωπο. Με αυτή την έννοια το «μότο» δένει απόλυτα με το περιεχόμενο του ποιήματος (διακειμενικότητα).
Χαρακτηριστικό στοιχείο του ποιήματος είναι η επανάληψη σε κάθε στροφή του στίχου «Αν κάποτε πεθάνω» που εισάγει κάθε φορά ένα νέο γνώρισμα της αγάπης, το οποίο προβάλλει τη δύναμή της: την ειλικρίνεια και την αγνότητά της η πρώτη στροφή, την πανταχού παρουσία της η δεύτερη, τη διάρκειά της η τρίτη. Με τη σαιξπηρική αρνητική τεχνική (άρση), μεταδίδει και η ποιήτρια τη θέση της για τη δύναμη της αγάπης, που κερδίζει την αιωνιότητα νικώντας το θάνατο.
Το ποίημα αρχίζει με έναν υποθετικό στίχο σε πρώτο πρόσωπο, που σηματοδοτεί μια ποιητική συνομιλία ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο (το ποιητικό «εγώ») και σ’ ένα «άλλο» πρόσωπο, το «αντικείμενο» της αγάπης (το ποιητικό «εσύ») στο οποίο απευθύνεται σε β΄ ρηματικό πρόσωπο («μην ακούσεις», «θα με βρεις», «μη διαβάσεις» κτλ.) με άμεσο και οικείο τρόπο. Το ποίημα μοιάζει, έτσι, με μια τρυφερή συνομιλία, ουσιαστικά όμως είναι ένας μονόλογος. Η υποθετική πρόταση («Αν κάποτε πεθάνω») ξαφνιάζει, με δεδομένο ότι η μόνη βεβαιότητα που έχει ο άνθρωπος είναι ο θάνατος: το ποιητικό υποκείμενο υπαινίσσεται πως, όταν η αγάπη ζει αιώνια, δεν υπάρχει θάνατος. Στο δεύτερο στίχο, το ποιητικό υποκείμενο προτρέπει το αγαπημένο πρόσωπο να μην πιστέψει ποτέ πως έχει πεθάνει. Η έγκλιση που χρησιμοποιείται είναι η αποτρεπτική υποτακτικήμην ακούσεις») και το ρηματικό πρόσωπο με το οποίο εισβάλλει στο ποίημα το «εσύ» είναι το β΄. Η ποιήτρια εκφράζει την πεποίθηση ότι ο θάνατος δεν θα την καθηλώσει ποτέ σε μνήμα («ενθάδε κείται»), εφόσον το αγαπημένο πρόσωπο θα αισθάνεται παντού την αγάπη της (στ.3): στο φύσημα του αέρα και σε κάθε αγνό, παιδικό χαμόγελο (στ.4). Θα αντιλαμβάνεται την «παρουσία» της μέσω των αισθήσεων, της όσφρησης («θα με βρεις στην αναπνοή του αγέρα») και της όρασης («στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο»). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ποιήτρια ακολουθεί την τεχνική του σαιξπηρικού μότο, που χρησιμοποιεί την άρνηση, για να δείξει τι είναι αγάπη, αφού τονίζει με έμφαση τι δεν είναι αγάπη.
Στη δεύτερη στροφή, η αγάπη φαίνεται να νικά το χώρο. Με μια δεύτερη υποτακτική η ποιήτρια, «αν κάποτε πεθάνει», προτρέπει το αγαπημένο πρόσωπο να «μη διαβάσει ποτέ το όνομά του σε πέτρα», αφού θα έχει γίνει ένα με τη φύση, με τους ήχους της άνοιξης και της βροχής. Το ποιητικό «εσύ» θα αντιλαμβάνεται την αγάπη μέσω της ακοής («να μ’ ακούσεις στον αχό της άνοιξης …»).
Στην τρίτη στροφή το αγαπημένο πρόσωπο προτρέπεται να «μην πιστέψει ποτέ» πως η αγάπη τέλειωσε με το θάνατό του: Ζει και θα περιμένει περιγράφοντας την ομορφιά του «σ’ άλλες αισθήσεις», σε «υπερ-αισθήσεις». Με τον τελευταίο στίχο προβάλλεται η απόλυτη ταύτιση του «εγώ» με το «εσύ» και η εξιδανίκευση της ομορφιάς που παρέχει ο έρωτας. Τονίζεται επίσης η διάρκεια της αγάπης, που υπερβαίνει το χρόνο και το θάνατο, θριαμβεύει κι αποκτά αιώνια «υπόσταση».

ΙV. Βασικά γνωρίσματα που προκύπτουν για το έργο της
Όταν ολοκληρώσουμε την ερμηνεία του ποιήματος με διαλεκτικό τρόπο, ζητούμε από τους μαθητές να εντοπίσουν τα βασικά γνωρίσματα της ποιήτριας, αφού το ποίημα αυτό είναι αντιπροσωπευτικό της γραφής της. Με βάση τη γέννησή της η Μαρία Λαϊνά εντάσσεται στη γενιά του ’70. Κύριο γνώρισμά της είναι η άρνηση της πραγματικότητας, που εκδηλώνεται με διάθεση εσωστρεφή[4] και σε επίπεδο μεταφυσικό: ως αποστροφή της φθοράς και του θανάτου. Η ποιήτρια προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή μέσα από το πρίσμα του θανάτου. Έτσι, η ποίηση της Λαϊνά διαποτίζεται από υπαρξιακή αγωνία. Ο λόγος της είναι λαγαρός και υπερβατικός, με κύριο γνώρισμα την ακριβολογία και τη συγκινησιακή χρήση όχι μόνο της γλώσσας αλλά και των αισθήσεων. Ποίηση λιτή και εκλεπτυσμένη, με λεπτή φαντασία και αφαίρεση.

V. Αξιολόγηση με παράλληλο κείμενο
Αφού ολοκληρώσουμε την ερμηνεία του κειμένου, αντί άλλης εργασίας/ερώτησης, μπορούμε να ελέγξουμε την πρόσληψη των μαθητών και την αναγνωστική τους επάρκεια μέσω του παράλληλου κειμένου. Το/α παράλληλο/α κείμενο/α θα βοηθήσουν τους μαθητές όχι μόνο να κατανοήσουν περισσότερο το ποίημα αλλά και να εμβαθύνουν σε πτυχές που δεν μπορέσαμε να αναδείξουμε στην τάξη. Αρκεί οι ερωτήσεις που θα συνοδεύουν το κείμενο να είναι εστιασμένες σε συγκεκριμένα θέματα και να μην είναι μια αόριστη και γενική σύγκριση του τύπου «να συγκρίνετε τα δύο κείμενα» ή στην καλύτερη περίπτωση «να επισημάνετε ομοιότητες και διαφορές». Καλό είναι να μην ζητείται από τους μαθητές να συγκρίνουν τα δύο κείμενα και ως προς τη μορφή και ως προς το περιεχόμενο, γιατί τότε θα πρέπει να γράφουν σελίδες. Επίσης, εννοείται ότι δε θα δώσουμε όλα τα παράλληλα που ακολουθούν, αλλά θα επιλέξουμε εκείνο που συμπληρώνει ή φωτίζει περισσότερο το διδαγμένο κείμενο.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
1. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ΣΟΝΕΤΟ XVIII
Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Εσύ υπερέχεις σε απαλότητα και χάριν
λυγίζει αέρας τα τριαντάφυλλα
του Μάη
και δεν κρατούν τα καλοκαίρια μας πολύ.

Άλλοτε καίει πολύ των ουρανών η φλόγα,
θαμπώνεται άλλοτε η ολόχρυσή τους όψη·
τ' όμορφο κάποτε χάνει την
ομορφιά του
απ' την πορεία της φύσης είτε
από την τύχη.

Μα το δικό σου αιώνιο θέρος δε θα σβήσει,
της ομορφιάς την κατοχή δε θα τη χάσεις,
κι ο Χάρος δεν θα καυχηθεί πως μπήκες στη σκιά του-
θα λάμπεις πάντα εσύ μέσα σ' αιώνιους στίχους!

Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν,
οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους.
(μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου)

2. Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Σβήσε τα μάτια μου (Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία Β΄ Λυκείου)

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
 Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
                                                          με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.
            (μτφρ. Κωστής Παλαμάς)

Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ’ αγάπησες
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κ’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
- μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

VI. Ενδεχόμενες ερωτήσεις

Ι. Δομής
1. Πώς εκφράζεται η σχέση της τέχνης και έρωτα στο παράλληλο κείμενο συγκριτικά με το ποίημα της Λαϊνά;
2. Πώς λειτουργεί το «μοτίβο έρως-θάνατος» στα ποιήματα;

ΙΙ. Περιεχομένου
1. Ποια δύναμη έχει ο έρωτας και πώς αυτή εκφράζεται σε κάθε ποίημα;
2. Ποια κοινά στοιχεία μπορείτε να επισημάνετε στα χαρακτηριστικά του αγαπημένου προσώπου που τονίζονται σε κάθε ποίημα;
3. Ποια συναισθήματα βιώνουν τα ποιητικά υποκείμενα σε κάθε ποίημα;

ΙΙΙ. Μορφής
1. Ποιους κοινούς εκφραστικούς τρόπους μπορείτε να επισημάνετε στα ποιήματα;
2. Ο λυρισμός είναι κοινό γνώρισμα των παραπάνω ποιημάτων. Μπορείτε να διακρίνετε τις αποχρώσεις του σε κάθε ποίημα;
3. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, επιλέγεται το β΄ ρηματικό πρόσωπο;




[1] Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947 και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολείται κυρίως με την ποίηση και το θέατρο. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1993, Βραβείο Καβάφη 1995, Βραβείο Γ΄ Προγράμματος για το συνολικό έργο της), ενώ πολλά έργα της  παίχτηκαν σε αξιόλογες θεατρικές σκηνές (Θέατρο Τέχνης, ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας κ.ά.).

[2] Μενδράκος Τ., Μικρές Δοκιμές, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1990, σ.17.
[3] Η μετάφραση του Ρώτα που παρατίθεται στο σχολικό βιβλίο είναι κάπως ελεύθερη.
[4] Παπαγεωργίου Κ.Γ., Η Γενιά του ’70, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989, σ.30.

Συνολικές προβολές σελίδας