Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Γιώργου Σεφέρη, Στα περίχωρα της Κερύνειας


«Το φως εκδικείται: ένα σχόλιο του Σεφέρη στην αγγλική πολιτική»

Πολλά έχουν ειπωθεί για τη διαλεκτική σχέση των συγγραφέων της  Γενιάς του ’30 με την εποχή τους και για την πολιτική τους δράση, όχι μόνο τη λογοτεχνική. Το ενδιαφέρον πολλών μελετητών επικεντρώνεται ιδίως στην πολιτική διάσταση της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, μέρος της οποίας αποτελεί η σχέση του ποιητή με την Κύπρο και την Αγγλία[1]. Η τελευταία υπήρξε πολυδιάστατη και θερμή, ιδίως με τους Βρετανούς διανοούμενους με τους οποίους ήρθε σε επαφή κατά τη διπλωματική του θητεία στην Αγγλία, όπως τους: W. Η. Auden, John Betjeman, Robert Graves, Graham Greene, Lawrence Durrell, Rex Warner, E.M.Forster, T.S. Eliot κ.ά.
Το δέσιμο του Σεφέρη με την Κύπρο υπήρξε, επίσης, πολύ βαθύ. Για πρώτη φορά ταξίδεψε στο νησί το φθινόπωρο του 1953 από τη Βηρυτό όπου ήταν πρέσβης για ένα μήνα διακοπές με τη Μαρώ. Η Κύπρος υπήρξε αποκάλυψη γι’ αυτόν, γιατί βρήκε εκεί, όπως έγραφε στο φίλο του Κύπριο ζωγράφο Διαμαντή, τον ατόφιο ελληνισμό που αναζητούσε. Η δεύτερη επίσκεψή του, το 1954, συνέπεσε με τις συζητήσεις για το μέλλον της Κύπρου που γίνονταν στη Βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο. Λίγες ημέρες αργότερα, μετά το τέλος των συζητήσεων, ο ποιητής τελειώνει ένα ποίημα που άρχισε να γράφει τον Νοέμβριο του 1953, το «Σαλαμίνα της Κύπρος», στο οποίο, με μεταφορικό λόγο, κατακρίνει τη σκληρή αποικιοκρατική πολιτική που ασκούσαν οι Βρετανοί στην Κύπρο. Το κυπριακό ζήτημα τον εμπνέει δημιουργικά και γράφει ακατάπαυστα. Τον Ιούλιο του 1955 είναι έτοιμη η ποιητική συλλογή «…Κύπρον, ο  μ’ θέσπισεν…»[2], η οποία μετονομάστηκε αργότερα (1962) σε Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄[3]. Σ’ αυτήν, αντικατοπτρίζει την αντίθεσή του με την Αγγλοκρατία με έμμεσα αλλά αιχμηρά σχόλια. Λίγους μήνες πριν είχε αρχίσει στην Κύπρο ο απελευθερωτικός αγώνας που κράτησε τέσσερα χρόνια με μακροχρόνιες επιπτώσεις στις αγγλοελληνικές και ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Από τα γνωστότερα ποιήματα της συλλογής είναι το ποίημα «Ελένη», στο οποίο ο Σεφέρης εκφράζει την αγωνία του μήπως διαψευστούν τα οράματα του κυπριακού λαού που ετοιμαζόταν να εξεγερθεί κατά των Άγγλων.
Ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο κατά της βρετανικής αποικιοκρατικής πολιτικής έχουμε σε ένα άλλο ποίημα του Σεφέρη από την ίδια συλλογή, λιγότερο όμως γνωστό και διαφορετικό ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή από τα άλλα, με τίτλο «Στα περίχωρα της Κερύνειας». Η Κερύνεια είναι ένα γραφικό λιμάνι στην κατεχόμενη Κύπρο, ενώ σύμφωνα με τον Γ.Π. Σαββίδη, «παλαιότερα η πόλη και ιδίως τα περίχωρά της ήταν τυπική διαμονή Βρετανών συνταξιούχων»[4]. Προσφιλές θέρετρο για τους Άγγλους ήταν και το Αββαείο του Μπέλλα Πάις, στα περίχωρα της Κερύνειας. Αφετηρία της έμπνευσης του ποιητή, σύμφωνα με κάποια μαρτυρία, ήταν η εκδρομή του Σεφέρη με τη σύζυγό του, τον ζωγράφο Διαμαντή και ένα ζευγάρι Άγγλων στη Λάπηθο[5], ένα από τα ομορφότερα χωριά της Κύπρου, δυτικά της Κερύνειας, πνιγμένο στις λεμονιές. Στο ποίημα έχουμε απόηχους από τις συζητήσεις της αγγλοελληνικής συντροφιάς εκείνης της μέρας, όπως επίσης και μνήμες του ποιητή από τη θητεία του στο προπολεμικό Λονδίνο κατά την τριετία 1931-1934 (στίχοι Άγγλων ποιητών, το Κεντ, η Μεγάλη Απεργία, ο Μπιλ, ο Τάμεσης κτλ.).
Ο τίτλος ανακαλεί στη μνήμη το ποίημα του Καβάφη «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» και υποβάλλει το γεωγραφικό και λογοτεχνικό σκηνικό του ποιήματος, καθώς και το ειρωνικό/σατιρικό περιεχόμενό του. Ο υπότιτλος «Σχέδιο για ένα “ειδύλλιο”» προετοιμάζει για ένα συγκεκριμένο είδος ποιητικού λόγου, που τελικά είναι ένας διάλογος. Η πρώτη προμετωπίδα του είναι από τον Betjeman και αναφέρεται στο θάνατο και τη ματαιότητα των απολαύσεων της ζωής και σε αποπομπή του φωτός του ήλιου («Όμως πεθαίνω και τελειώνω –τι νόημα είχε όλο αυτό το γλέντι; Για όνομα του Θεού, κρύψτε αυτό το φως του ήλιου!»). Η δεύτερη, του Auden, εισάγει την αντίθεση του αρχαίου (ομηρικού) και σύγχρονου κόσμου και έμμεσα του ελληνικού και του αγγλοσαξονικού κόσμου («αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μας, είναι του Ομήρου»). Οι προμετωπίδες αποτελούν τους δύο βασικότερους νοηματικούς άξονες του ποιήματος. Η ποιητική «δράση» φαίνεται να τοποθετείται σ’ ένα ειδυλλιακό σπίτι, ίσως στο Μπέλλα Πάις, με θέα το μεσαιωνικό κάστρο του Άγιου Ιλαρίωνα.
Η ιδιοτυπία του ποιήματος έγκειται στο σατιρικό περιεχόμενο και τη διαλογική μορφή του. Τόσο ο διάλογος όσο και η σάτιρα χρησιμοποιούνται μερικές φορές στη σεφερική ποίηση[6], το ποίημα αυτό όμως χτίζεται εξ ολοκλήρου σε διαλογική μορφή και κινείται καθαρά σε ειρωνικό επίπεδο, στο κλίμα του μοντερνισμού. Καταγράφει μια «συζήτηση» ανάμεσα σε δύο Αγγλίδες μεγάλης ηλικίας (η οικοδέσποινα ονομάζεται Μαργαρίτα) κάποιο απόγευμα πριν από το ηλιοβασίλεμα και το δείπνο (την ώρα του ποτού) για ποικίλα θέματα: αρχικά η φίλη, με αφορμή τους αργυρούς γάμους μιας κοινής τους φίλης, αναφέρεται στις αναμνήσεις της από την τελετή του γάμου στο Κεντ. Η οικοδέσποινα (μετά το κέρασμα) συνδέει την τελετή με τη Μεγάλη Απεργία του 1926 στην Αγγλία και η φίλη της επισημαίνει ότι τότε δεν είχαν εκδοθεί ούτε εφημερίδες (απουσία επικοινωνίας). Η σκέψη της οικοδέσποινας οδηγείται συνειρμικά, ίσως με τη λέξη «στρατός» à πολεμικόςàειρηνικόςàΙλαρίων (> λαρος = ήμερος, ειρηνικός), στον Άγιο Ιλαρίωνα, και σχολιάζει το χρώμα του και την ειρηνική του όψη κατά το ηλιοβασίλεμα, δηλώνοντας ότι της αρέσει περισσότερο με το φεγγάρι.
Η επικοινωνία διασπάται, γιατί η φίλη μιλάει για το «φάντασμα» στο Κεντ (που προκύπτει ίσως συνειρμικά από τις λέξεις: φεγγάρι, φανάρι, φως), ενώ η οικοδέσποινα αναφέρεται στο πολύ φως στην Κύπρο που επηρεάζει τη μνήμη της:
η μνήμη                                
σ' αυτό το φως γίνεται πιο σκληρή, μια ζύμη
που τη στεγνώνει ο ήλιος...

Το πολύ φως της Κύπρου φαίνεται να εκδικείται μια ξένη κι ένα λαό που βρέθηκε σε ένα τόπο μακρινό και τόσο αλλιώτικο από τον δικό του. Και μάλιστα εκδικείται ό,τι πιο σημαντικό διαθέτει ένας άνθρωπος που ζει μακριά από την πατρίδα του: τη μνήμη του…[7]
Η αδυναμία επικοινωνίας δρομολογεί ένα άλλο θέμα που σχετίζεται με έναν «ασυνήθιστο» Άγγλο ποιητή, κατά μία εκδοχή τον Laurence Durrell[8], τον οποίο η οικοδέσποινα χαρακτηρίζει ως κυνικό και φιλέλληνα, σνομπ, αθυρόστομο κλπ. Στη συνέχεια μεταθέτει τη συζήτηση και πάλι στο σκληρό κυπριακό φως που ξεγυμνώνει τα πάντα, αποκαλύπτοντας όλες τις ατέλειές της, σαν ανακριτικός προβολέας. Αισθάνεται ότι ο τόπος αυτός την εκδικείται για κάτι: ο ήλιος είναι κλέφτης, η θάλασσα την απογυμνώνει ενοχικά, η μνήμη γίνεται σκληρή. Το πολύ φως δείχνει ωμή, χωρίς φτιασίδια, την πραγματικότητα. Και συμπληρώνει τη σκέψη της με το στίχο του Auden: «Αυτός ο κόσμος δεν είναι δικός μας, είναι του Ομήρου», ο οποίος τονίζει τη διαφορά των αξιών του ομηρικού/κυπριακού κόσμου και του δυτικού/ευρωπαϊκού. Το τελευταίο θέμα έρχεται με αφορμή τον περιβολάρη της φίλης και τις «σαράντα πήχες δίμιτο που του χρειάζονται για μια βράκα» (που μπορεί να συμβολίζει τη δύναμη της κυπριακής ψυχής): συζητούν για ένα παλιό ερωτικό σύντροφο της φίλης, τον Μπιλ, που σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης, φέρνοντας στο νου τους μια γλυκιά ανάμνηση κωπηλασίας μαζί του στον Τάμεση. Επιπλέον, με την αναφορά στον Μπιλ, η οποία αποτελεί διακειμενική παραπομπή στα καβαφικά ποιήματα «Φιλέλλην» και «Ο Οράτιος εν Αθήναις», ο ποιητής αντιπαραθέτει έμμεσα δύο στάσεις φιλελληνισμού: την υποκριτική και κατακριτέα (που επιδεικνύουν πολλοί Άγγλοι) και την αληθινή. Τέλος, η οικοδέσποινα αποχαιρετά τη φίλη με τις αναγκαίες φιλοφρονήσεις.
Αξιοσημείωτο γνώρισμα του ποιήματος είναι το «σπάσιμο» του συμβατικού κώδικα επικοινωνίας, που συμβαίνει ήδη από τον πρώτο στίχο («της τηλεγράφησα λουλούδια»). Η απουσία επικοινωνίας σε μεγάλο βαθμό μας επιτρέπει να μη μιλάμε για διάλογο αλλά για παράλληλους μονολόγους, όπως επεσήμανε ο Σαββίδης[9]. Η τεχνική των δύο παράλληλων συζητήσεων, που μάταια προσπαθούν να συγκλίνουν, ίσως έχει ως στόχο να δείξει τη διάσταση όχι μόνο μεταξύ δύο διαφορετικών χαρακτήρων/οπτικών γωνιών γυναικών ομοεθνών, αλλά και μεταξύ δύο λαών (του αγγλικού και του κυπριακού). Η πρώτη γυναίκα συζητά για πράγματα συμβατικά και κατεστημένους θεσμούς (γάμους, τελετές, εκκλησία, Στρατό Σωτηρίας) με λόγο καθημερινό (λ.χ. «Έχω κι εγώ πονοκεφάλους», «Σώστροφος, σνομπ»), ενώ η άλλη, η οικοδέσποινα, για τη ρήξη στις ανθρώπινες σχέσεις, την αδυναμία επικοινωνίας, τα προβλήματα (ο καθρέφτης ενταφιάζει το πρόσωπο, το φως απογυμνώνει κτλ.) χρησιμοποιώντας ποιητικό λόγο (λ.χ. «παλίμψηστη λιβιδώ», «το σιωπηλό χάδι της ομίχλης στα κρόσσια τού ονείρου»). Ενδεικτική για την ιδιόρρυθμη ψυχοσύνθεση της οικοδέσποινας είναι και η ανοίκεια στάση της απέναντι στον σκύλο.
Το ποίημα λειτουργεί σε πολλαπλά σημασιολογικά επίπεδα, ο πυρήνας των οποίων είναι πολιτικός, αφού το ποίημα δεν εστιάζει μόνο στο επιφανειακό επίπεδο της κοινωνικής συναναστροφής δύο διαφορετικών χαρακτήρων. Ο σατιρικός χαρακτήρας του φαίνεται από τη διάχυτη, καβαφικής προέλευσης, ειρωνεία σε όλο το ποίημα: τις αταίριαστες ρίμες (μνήμη/ζύμη, εδώ/λιβιδώ), τον επιτηδευμένο λόγο των δύο κυριών, τις ρετρό αναμνήσεις, την άγνοια και τις αστείες ερωτήσεις της μίας προς την άλλη, π.χ. «έχει κι ένα φάντασμα που τριγυρνά μ’ ένα σβηστό φανάρι. – Ο Άγιος Ιλαρίων; -Όχι, το σπίτι της στο Κεντ.».
Τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο του ποιήματος θέτουν ένα βασικό ζήτημα: την απουσία ουσιαστικού διαλόγου στις σχέσεις ατόμων και ομάδων/λαών, εν προκειμένω στη σχέση Αγγλίας και κυπριακού ελληνισμού. Ο Σεφέρης, χρησιμοποιώντας τα λόγια του Άγγλου ποιητή, κάνει ένα προφητικό σχόλιο για τη βρετανική αποικιακή πολιτική και δείχνει πως η επέκταση σε τόπους που δεν ταιριάζουν στην ιδιοσυστασία τους θα στραφεί εναντίον τους. Κι όπως ο Καβάφης στο ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» φαίνεται να υπαινίσσεται ότι η μάχη του Ιουλιανού με τη ροή της ιστορίας είναι καταδικασμένη[10], έτσι και ο Σεφέρης, μέσω της Αγγλίδας, δείχνει πως η αγγλοκρατία δεν θα έχει μεγάλη συνέχεια. Όπως γράφει στο ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος»:
«Δεν αργεί να καρπίσει τ' αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
[…] 
νήσος τις έστι...".

Ο θάνατος του Μπιλ υπέρ του ελληνισμού συμβολίζει το ρομαντικό τέλος του φιλελληνισμού, της συναδέλφωσης και της επικοινωνίας των δύο λαών και ίσως την ύστατη έκκληση του Σεφέρη να προληφθεί αυτό το τέλος, ενώ η αναφορά στους στίχους του Auden για τον Όμηρο έχει ως στόχο την αντιπαράθεση των δύο κόσμων: ο κόσμος της μίας Αγγλίδας είναι αυτός της ομίχλης, του ημίφωτος, της απόκρυψης, της ενοχής και της διπλωματίας, ενώ ο ομηρικός/κυπριακός κόσμος διέπεται από τη διαφάνεια, την αλήθεια και την αξιοπρέπεια.
Τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα στο τέλος του ποιήματος είναι αν μπορεί τελικά να υπάρξει επικοινωνία, διάλογος μεταξύ των δύο λαών παρά τις αντιθέσεις και αν η ποιητική τέχνη, που εκπροσωπείται στο ποίημα από τον Όμηρο, τον Θεόκριτο, τον Durrell, τον Καβάφη, τον Οράτιο κ.ά., μπορεί να συνεισφέρει με θετικό τρόπο σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ως προς το ρόλο του ποιητή και της τέχνης του, η απάντηση είναι θετική, αν κρίνουμε από τη συνεισφορά του Γιώργου Σεφέρη στο κυπριακό ζήτημα. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όμως είναι αρνητική με δεδομένο ότι λίγο αργότερα άρχισε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων (1955-1959), ο οποίος έθεσε τέλος στο «ειδύλλιο» της Αγγλίας με την Κύπρο. Και μήπως τελικά το «σχέδιο για ένα “ειδύλλιο”» δεν παραπέμπει στο ποιητικό είδος που καλλιέργησε ο Θεόκριτος[11], αλλά μεταφορικά στο σχέδιο για τη σταθεροποίηση του «ερωτικού» δεσμού που επεδίωκε η Αγγλία με την Κύπρο, χωρίς εν τέλει να το πετύχει; Αυτός είναι ίσως ο λόγος που η λέξη ειδύλλιο μπαίνει σε εισαγωγικά, για να μη συνδεθεί με το αρχαίο είδος αλλά με τη σύγχρονη μεταφορική σημασία της λέξης.
Με το ποίημα αυτό ο Σεφέρης παίρνει ανοιχτά αρνητική θέση απέναντι στη βρετανική πολιτική και αποδεικνύεται προφητικός, αν και τα προβλήματα του νησιού δεν θα τελείωναν με το τέλος της Αγγλοκρατίας. Ο ποιητής όμως –ευτυχώς ίσως- δεν έζησε για να δει τη συνέχεια.  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αργυρίου Α. (1986), Δεκαεπτά κείμενα για το Γιώργο Σεφέρη, Αθήνα: Καστανιώτης.
Βαγενάς Ν. (1979), Ο ποιητής και ο χορευτής: Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Αθήνα: Κέδρος.
Vitti M. (1994), Φθορά και λόγος. Εισαγωγή στην ποίηση του Γ. Σεφέρη, Αθήνα: Εστία.
Vitti M.  (1995), Η γενιά του Τριάντα, Αθήνα: Ερμής.
Γεωργής Γ. (1991), Ο Σεφέρης περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών, Αθήνα: Σμίλη.
Δασκαλόπουλος Δ. (1986), Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Επιλογή κριτικών κειμένων, Αθήνα: Καστανιώτης.
Καραντώνης Α. (1980), Ο ποιητής  Γιώργος Σεφέρης, Αθήνα: Παπαδήμας.
Κρίκου-Davis Κ. (2002), Κολόκες. Μελέτη για τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ' (1953-1955), Αθήνα: Ιδεόγραμμα.
Μαρωνίτης Δ.Ν. (1984), Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα: Ερμής.
Μαρωνίτης Δ.Ν., «Μύθος και Ιστορία στο  Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄», σελ.153-169.
Μαρωνίτης Δ.Ν. (1994), «Η αρχαιογνωσία του Σεφέρη: Ζητήματα μεθόδου», Διαλέξεις, Αθήνα: Στιγμή, σελ. 65-76.
Μπήτον Ρ. (2003), Περιμένοντας τον άγγελο: βιογραφία, Ωκεανίδα, Αθήνα.
Παύλου Σ. (2000), Σεφέρης και Κύπρος, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Λευκωσία.
Πιερής Μ., (1991), Από το μερτικόν της Κύπρου (19789-1990), Αθήνα: Καστανιώτης.
Σαββίδης Γ.Π. (1990), Μεταμορφώσεις του Ελπήνορα (Από τον Πάουντ στον Σινόπουλο), Αθήνα: Νεφέλη.
Σαββίδης Γ.Π. (1961), Για τον Σεφέρη. Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, Αθήνα: Ίκαρος.
Σεφέρης Γ. (2004), Το ζύγιασμα της καλοσύνης, φιλολογική επιμέλεια Μ. Πιερής, Αθήνα: Μεσόγειος.
Σεφέρης Γ. (1972), Ποιήματα, Αθήνα: Ίκαρος.
Σινόπουλος Τ. (1984), Τέσσερα μελετήματα για τον Σεφέρη, Αθήνα: Κέδρος.
Χαραλαμπίδου Ν. (1987), «Κύπρος και Σεφέρης. ‘Στα περίχωρα της Κερύνειας’ (Μια απόπειρα ερμηνείας της διαλογικής μορφής του ποιήματος»), Ο Σεφέρης στην πύλη της Αμμοχώστου. Επτά ομιλίες. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., σελ. 263-321.



[1] Ορφανίδης Ν., Η πολιτική διάσταση της ποίησης Σεφέρη, Αστήρα, Αθήνα, 1985, ∆ηµητρακόπουλος Φ., Για τον Σεφέρη και την Κύπρο, Επικαιρότητα, Αθήνα, 1992. Σάββας Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, Λευκωσία 2000.
[2] Μτφρ. «Στην Κύπρο, όπου μ’ έταξε…»: είναι οι στίχοι 148-150 από την Ελένη του Ευριπίδη.
[3] Η συλλογή περιλαμβάνει 15 ποιήματα εμπνευσμένα από τον αγώνα του Κυπριακού λαού με την αφιέρωση: «Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη». Σύμφωνα με τον Σάββα Παύλου: «Οι επισκέψεις του στο νησί, η επαγγελματική ενασχόλησή του με το Κυπριακό, ειδικά τα χρόνια 1956-1960, η επαφή του με Κύπριους δημιουργούς και η αλληλογραφία μαζί τους, οι αναφορές του για την Κύπρο σε επιστολές του προς Ελλαδίτες και ξένους, γνωστούς και φίλους του, οι δημοσιεύσεις του σε κυπριακά έντυπα και οι εκδόσεις ανατύπων του στην Κύπρο, οι εγγραφές στα ημερολόγιά του ("Πολιτικό" και "Μέρες"), το ατέλειωτο κυπριακό μυθιστόρημά του με τίτλο Βαρνάβας Καλοστέφανος και κυρίως η συλλογή του ...Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν... αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν τη συνέχεια και τη βαθύτητα του δεσμού με την Κύπρο».

[4] Ποιήματα, σελ. 340.
[5] Γεωργής, 1991, σελ. 78
[6] πρβλ Γ. Σεφέρη, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου».
[7] Όπως γράφει ο Σεφέρης στο φίλο του, έγκριτο φιλόλογο Rex Warner[7],  την ίδια εποχή: «το φως, γοργό και δυνατό/ διέβρωσε τα πάντα, τα μετέτρεψε σε πέτρα»: The light, quick and strong,/Bit into everything, turned it to stone.
[8] Βλ. Γεωργής, 1991, σελ. 23-24.
[9] Για τον Σεφέρη. Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, 1961, 304-408.
[10] Ιλίνσκαγια
[11] Βαγενάς, 1979, 243.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας