Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Στάθης Κουτσούνης στιγμιότυπα του σώματος (Μεταίχμιο 2014)




 Μία ποιητική συλλογή με αγωνία για τη γραφή, τη ζωή και τον έρωτα. Δεν είναι τυχαίο που το ποίημα με τίτλο «μεταφυσική» ανοίγει τη συλλογή: η ποίηση εμφανίζεται να αποκτά υπόσταση μέσω του αναγνώστη, αφού το ποίημα, αν δεν διαβαστεί, θα μείνει αγέννητο, θα το καταπιεί το σκοτάδι.
Από το «αγέννητο» ξεκινά και η συλλογή, από το σημείο μηδέν, ακριβώς τη στιγμή που μια πλημμύρα νερών έφερε στο φως τον ποιητή. Εποχή δύσκολη, χειμώνας, από όπου άρχισαν όλα. Εν αρχή ην το χειμωνιάτικο φως, η γέννηση, και τα «σπασμένα νερά» που του χάρισαν τη ζωή:

λυσσομανούσαν άνεμοι
κι ένα σεντόνι ολόλευκο
σκέπαζε τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη
                   («χειμώνας»)

Σ’ αυτή τη μοναδική στιγμή επιστρέφει συχνά στη συλλογή. Βλέπει ξανά και ξανά τη γέννηση του, αισθητοποιεί την πρώτη ανατριχίλα όταν πρωταντίκρισε το φως. Χειμώνας ήταν, κρύο πολύ όταν: 

είδα τη μαύρη τρύπα
αρχή και τέλος
          («η τρύπα»)

Σ’ αυτά τα ποιήματα, αλλά και σε όλη τη συλλογή, ο ποιητής εικονοποιεί το σώμα με όλες τις αισθήσεις του. Αναδύεται από παντού μια αίσθηση ροής, νερών τρεχούμενων, λαχάνιασμα και αγωνία φωτός. Αλλού αυτή η αίσθηση παίρνει τη μορφή της πατρότητας που του χάρισε το «πρώτο δώρο», κι αλλού του σωματοποιημένου έρωτα, της σεξουαλικής πράξης. Εμμονή με το σώμα, συνεχής διεκδίκησή του, πόθος, παραφορά και τάση επιστροφής στις δροσερές πηγές της αρχής μέσα σ’ ένα συνεχόμενα μεταβαλλόμενο τοπίο. Λες και θέλει ο ποιητής με τη μετάδοση αυτής της αίσθησης να αποπροσανατολίσει το θάνατο, που τον νιώθει παντού, γύρω του, σε κάθε στιγμή: 

φιλήδονα μπαινόβγαιναν τα δάχτυλά μου
μα αίφνης

μ´ έπιασε μια μελαγχολία
στον συνειρμό του τρύπιου σώματος
με τα δάχτυλα φίδια
            («δαντέλα»)

Εμμονή με το σώμα, με το θάνατο, με το χρόνο. Ποιήματα που σκιαγραφούν όλη την πορεία της ζωής του: από το πρώτο φως, στην παιδική ηλικία κι έπειτα στην ωριμότητα, χωρίς να λείπει και το άλμα στο μέλλον, με πλήρη όμως συνείδηση της αναμενόμενης φθοράς:

η αιωνιότητα με ζαλίζει

μες στης φθοράς την αγκαλιά
μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω
                          («ουτοπία»)

Εμμονή με τον έρωτα και σε αυτή τη συλλογή, χωρίς ωστόσο το μαύρο να υπερκεράζει τη χαρά του έρωτα. Το νήμα της ζωής το τεντώνει πότε από την αρχή και πότε από το τέλος. Γλώσσα ερωτική και χυμώδης, γεμάτη φωνήεντα αλλά και σύμφωνα που πότε έχουν γάργαρη ροή και πότε απεικονίζουν εφιαλτικά ό τι είναι πίσω από τα φαινόμενα. Σε κάποιους στίχους παίζει με τους ήχους, μεταδίδοντας μια συγκεκριμένη αίσθηση, όπως του αργόσυρτου λαρυγγικού φθόγγου «γ»: «γιγάντια γυμνή γυναίκα». Ο έρωτας μεταμορφωμένος, με ποικίλες όψεις, και με κυρίαρχο το ξανθό του χρώμα, συχνά δείχνει τα δόντια του και βγάζει νύχια, σα λύκος, σαν τσακάλι. Ο έρωτας στην επιθετική, κατακτητική του μορφή. 
Εμβόλιμα κι οι εποχές, με έντονη αίσθηση πεσιμισμού. Ο ποιητής ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται μέρος της φύσης. Παγώνει το χειμώνα, ανατριχιάζει το φθινόπωρο και ετοιμάζεται να πέσει στο χώμα σαν τα φύλλα, ανανεώνεται την άνοιξη, αναζητά τη δροσιά το καλοκαίρι. Όλες οι εποχές εκπροσωπούνται και συμβολίζουν μοναδικές στιγμές της ζωής του. Όμως πίσω από όλες, ακόμα και από την άνοιξη, καραδοκεί ο άνεμος, ο ζόφος, το σκοτάδι, ο κάτω κόσμος. Το σώμα ως ύλη αλλά και η ενατένιση του τρόμου, του άσαρκου σώματος, του ίσκιου που εγκαταλείπει το σώμα ή το σώμα που αποκόπτεται από τον αιώνιο συνοδό του και μένει μόνο η σκιά στο χώμα, αποτελούν μοναδικής ποιητικής πνοής στιγμιότυπα στη συλλογή:

επίμονα σχεδόν μ’ ακολουθεί
χωρίς να με ρωτάει
μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος
άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω
κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει
ενίοτε με εξοργίζει
μα όποτε εξαφανίζεται
αισθάνομαι μισός

ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα
ξεκολλάει από τα πόδια μου
και κοκαλώνει καταγής

πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο
να κείτεται ατάραχος
αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα

το σώμα μου
     («ο συνοδός»)

Άλλα θέματά του είναι οι εποχές, τα δέντρα, η αριθμητική, οι εικόνες από  το παρελθόν, ιδίως η μορφή του πατέρα, το τέλος του. Η αναμονή της ηδονής και της οδύνης. Ο ποιητής ξαναγυρίζει στις στιγμές του αποχωρισμού τους, καθώς απομακρυνόταν προς τον Αχέροντα. Του αφιερώνει δύο ποιήματα, ως μία ενότητα,  που αποτελούν αυθεντικές στιγμές συγκλονιστικής ποίησης:

σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος
να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του
ώσπου θολωμένος
με άδραξε απ’ το μπράτσο

γιε μου μού σώθηκαν όλα
μήπως σού βρίσκονται κέρματα για τα διόδια 



Στη συλλογή του Στάθη Κουτσούνη ανακαλύπτουμε πολλές ποιητικές στιγμές που φανερώνουν και δικούς μας ανομολόγητους φόβους, πόνους ή πόθους. Ιδίως η σύλληψη του σώματος ως ταυτόχρονου δοχείου ηδονής και φθοράς, μας επαναφέρει οδυνηρά στη μόνη πραγματικότητα που δεν αλλάζει όσες γενιές ανθρώπων κι αν περάσουν, όσες εποχές κι αν παρέλθουν: ότι με μία μικρή αντικατάσταση το σώμα γίνεται χώμα. 
Η νέα ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη σου κόβει την ανάσα με τις άλλοτε καυτές πνοές της και άλλοτε με την παγερή ανάσα της. Ποίηση πρωτότυπη, δυναμική, εναγώνια, σου αφήνει, όταν φτάνεις στο τέλος της, μια δυνατή γεύση έρωτα και θανάτου. Ποίηση των αισθήσεων, σου χαρίζει ταυτόχρονα κι ένα δυνατό χαρμάνι ζωής. Την κλείνεις και νιώθεις ακόμα το λαχάνιασμά της, νιώθεις το βαθύ αποτύπωμά της μέσα σου, γιατί σε διαποτίζει με μια βαθιά ειλικρίνεια που σε καθηλώνει. 

 (Εμβόλιμον 2015)

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Απομαγνητοφωνώντας τη «Σύντομη μαγνητοφώνηση» του Νίκου Καρούζου, Εμβόλιμον τχ 71-72, 2014




Ξεφυλλίζοντας τα ποιήματα του Νίκου Καρούζου από το 1961 έως το 1978[1], οι λέξεις που εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα είναι: βροχή, υάκινθοι, ήλιος, άνθη, εποχές, έαρ, χειμώνας, ουρανός, αστέρια, νύχτα, μέρα, κήπος. Η φύση πάνω απ’ όλα. Και ο έρωτας και με βροχή και με έαρ και με φως και με θάνατον. Όσο προχωρεί κανείς στα ποιήματα από το 1979 ως το θάνατο του ποιητή, το κλίμα αλλάζει σχεδόν ριζικά και τα υλικά της ποίησής του είναι πια οι λέξεις όπως είμαι, εγώ, μονάχα, τίποτα, σώμα, νύχτα, θάνατος, αλήθεια, πραγματικότητα, ώρα, θλίψη, ύλη, σκέψη, ζωή. Λέξεις καθόλου τυχαίες, επιλεγμένες μία προς μία, γιατί ο ποιητής αγαπούσε με πάθος τη γλώσσα. Κι αυτές μαρτυρούν τη σταδιακή καταβύθισή του στο μοναχικό εγώ του, στο φθαρτό σώμα του, στη θλίψη του για τη σκληρή πραγματικότητα του θανάτου, την αυταπόδεικτη αλήθεια. Από τη συμπαντική θέαση της φύσης ο Καρούζος στρέφεται στο ον και στην πεπερασμένη του ύπαρξη, στη συνείδηση και τη δραματική βίωση του αναπόφευκτου τέλους. Ο τρόμος του θανάτου, ωστόσο, δεν αναιρούν την αγάπη προς τη ζωή, όπως φαίνεται στο τελευταίο ίσως ποίημά του δεκαοχτώ μέρες πριν το τέλος  του (28 Σεπτεμβρίου 1990). Με τον οβολό στην παλάμη μπροστά στον Αχέροντα, ο ποιητής βιώνει με οδύνη τη ματαιότητα των ανθρωπίνων, σύμφωνα και με την ηρακλείτεια ρήση «δὶς οὐκ ἔχομεν ἐμβαίνειν εἰς τὸν αὐτὸν ποταμόν». Αποθεώνει έτσι τη ζωή όσο υπάρχει, το ξύπνημα και την ομορφιά:
Τα ξυπνητούρια του ήλιου σε αλληλούια
Του ποταμού το μάταιο στην απαλάμη

Χαράματα γαλαζώνει ζωή στον ουρανό.
Αυτό που είναι αξιοθαύμαστο στην ποίηση του Καρούζου είναι ότι σχεδόν κάθε ποίημά του αποτελεί μια μικρογραφία, μια μινιατούρα όλης της ποίησής του, με την έννοια ότι ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει σ’ αυτό τα πιο σημαντικά μοτίβα και γνωρίσματα της ποιητικής του τέχνης καθώς και τα ψήγματα της ζοφερής ανησυχίας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα «Σύντομη μαγνητοφώνηση»[2]:

Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε
συνήθως όμως αναστατώνει
θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική
του μαύρου κοινοκτημοσύνη.
Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος;
Ερείπιο από ναυτία, γιομάτος καρβουνόσκονη
κι απόκληρος εγώ από άνηθο
στα ανοιχτά της απελπισίας
αιμάσσοντας ακατάπαυστα
μεσ’ στη διάνοια-νοσοκομείο
(θυμάσαι τ’ αγριόχορτα
την ιταμή τους αδράνεια
θυμάσαι ω Μελάμφυλλη τα υδραργυρικά μας
μεσημέρια σαν του Ζόφου κατώφλια…).
Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο
τη ζαριά μου θαν τη ρίξω στην ανέραστην άβυσσο
χαρίζοντας τις εξάρες μου
στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε
σ’ αυτό τον κόσμο-μπαλτά που κατακόβει
τη φουκαριάρα μοίρα μου ωσάν
τρυφερό χοιρομέρι.
Καταχωνιάζομαι
καταστροφή
κατάμεστη
καταδίκη.

Στο ποίημα αυτό, όπως στην πλειονότητα των ποιημάτων του, ο Καρούζος αρχίζει με μία επισήμανση – διαπίστωση μία σκέψη, κάτι που παρατηρεί[3]. Εδώ κοιτάζει το φεγγάρι, το οποίο πυροδοτεί έναν εσωτερικό μονόλογο ή μια συνομιλία με έναν υποτιθέμενο αναγνώστη, μια «σύντομη μαγνητοφώνηση» μιας ενδότερης φωνής. Έτσι πλάθεται ένα ποίημα εσωστρεφές και κρυπτικό, ένα είδος «παραληρηματικού» μονολόγου με τον τρόπο του υπερρεαλισμού, μια συνειρμική ποιητική αφήγηση.
Παρατηρώντας, λοιπόν, το φεγγάρι στο ποιητικό παρόν (κατευνάζει, θρασύνεται, διαστέλλεται), ο αφηγητής προσπαθεί ίσως να κατευνάσει την ανήσυχη σκέψη του, γιατί «Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε». Όχι όμως αυτή τη φορά, γιατί μάλλον τον «αναστατώνει». Είναι αξιοσημείωτη στους δύο πρώτους στίχους του ποιήματος η χρήση ενός κεντρικού δομικού στοιχείου της ποιητικής του Καρούζου, της αντίθεσης, της  άμεσης αυτοαναίρεσης, της ποιητικής των αντιφάσεων[4]:
Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε
συνήθως όμως αναστατώνει[5]
                Μέσα στη μοναχική νύχτα, το φεγγάρι αποκτά «θράσος», διαστέλλεται για ν’ αγκαλιάσει το μαύρο γύρω του, να το «κλέψει» από τ’ άλλα άστρα που το μοιράζονται μαζί του (κοινοκτημοσύνη). Η διαστολή του φεγγαριού μέσα στο μαύρο συνιστά μια έντονα ερωτική εικόνα, που αποδίδεται με το επίθετο λαγνική. Η εικόνα του μαύρου και η ερωτική σχέση του με το φεγγάρι, ανακινεί στον ποιητή μια αγωνιώδη ερώτηση σε σχέση με την πραγματικότητα του θανάτου. Διερωτάται γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος. Όχι γιατί να μας βρίσκει ο θάνατος, γιατί πεθαίνουμε, αλλά γιατί να μας ανακαλύπτει, να μας ξετρυπώνει …
Ακολουθούν σύντομες, αποσπασματικές εικόνες, απροσδόκητα λεκτικά συμπλέγματα που μόνο συνειρμικά μπορούν να «δεθούν» μεταξύ τους. Κάθε στίχος απεικονίζει πτυχές της διάθεσης του αφηγητή. Οι εικόνες-ψηφίδες σκιαγραφούν μεταφορικά (ίσως όμως και κυριολεκτικά) μια κατάσταση απόγνωσης: τον αφηγητή σε πλήρη κατάρρευση, σωματική (Ερείπιο από ναυτία … γιομάτος καρβουνόσκονη …αιμάσσοντας ακατάπαυστα), ψυχική (…κι απόκληρος εγώ από άνηθο …στα ανοιχτά της απελπισίας) και διανοητική (μεσ’ στη διάνοια-νοσοκομείο). Στους στίχους ανιχνεύονται ποικίλα χρώματα: το μαύρο (καρβουνόσκονη), το πράσινο (άνηθο), το κόκκινο (αιμάσσοντας), χρώματα αγαπημένα του ποιητή[6] που τα βρίσκουμε σε πολλά ποιήματά του:
Στο πράσινο της καρδιάς
έρχεται η ζωή
με κόκκινο βαθύ και συνορεύει.
Απάνω απ’ την καρδιά μονάχα μαύρο.
το ίδιο μαύρο
από κίτρινους χαλινούς αφηνιασμένο
συγκρατεί και τη ζωή[7].

Και αλλού:
Υπάρχω αθάνατα κ’ αιωρούμαι μονάχος
απάνω από έγχρωμες αβύσσους
μη μπορώντας να κρατηθώ απ’ το κόκκινο
ή να τσακίσω τα πλευρά μου στο μαύρο[8].

Ιδίως το μαύρο, συνταιριασμένο με την ιδέα του θανάτου, δεσπόζει στην ποίηση του Καρούζου σε όλες τις φάσεις της ποιητικής του εξέλιξης. Είναι το πιο σταθερό μοτίβο της ποιητικής του. Η ύπαρξη του θανάτου ως τελεσίδικη κατάσταση της ανθρώπινης μοίρας απασχολεί συνεχώς τον ποιητή, αλλάζει το παν:
Τι θα έκανα τις πράξεις μου
αν δεν υπήρχε ο θάνατος («Παλίντονος αρμονίη»)

Η ναυτία και η καρβουνόσκονη παραπέμπουν στην προσφιλή συνήθεια του ποιητή να καπνίζει. Σωματοποιούν παράλληλα την απόγνωση του ποιητή για το θάνατο[9] που βασανίζει διαρκώς τη διάνοιά του (αιμάσσοντας ακατάπαυστα) και τον ρίχνει στα βαθιά νερά της απελπισίας (στα ανοιχτά της απελπισίας). Η αναφορά στα ταπεινά χόρτα, όπως τον άνηθο, το δυόσμο, συχνή στα ποιήματα του Καρούζου[10], εικονογραφεί την ευτέλεια, την αδυναμία. Ο ποιητής αφηγητής νιώθει πιο ταπεινός και από το πιο απλό χορτάρι (απόκληρος εγώ από άνηθο). Το παρεμβαλλόμενο εγώ αναδεικνύει τόσο την κατάσταση αυτοσυνείδησης του αφηγητή όσο και τη συνείδηση της παρουσίας του θανάτου, που αναιρεί την ύπαρξη[11].
Με την τεχνική της παρένθεσης, δανεισμένης από τον Καβάφη (και αγαπημένης πολλών ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ο αφηγητής μας μεταφέρει στους βαθύτερους συλλογισμούς του και στην υποκειμενικότητα ενός βιώματος, το οποίο κινείται στο επίπεδο μιας επιφωνηματικής προσφώνησης, της Μελάμφυλλης[12] (που μπορεί να είναι και το alter ego του ποιητή). Παρά την αναπόφευκτη λειτουργία της μνήμης στο παρελθόν, ο χρόνος που κυριαρχεί είναι ο ενεστώτας (θυμάσαι). Και παρά τη χρήση του β’ ρηματικού προσώπου με την οποία υπονοείται ένα άλλο (γυναικείο) πρόσωπο, είναι εμφανής η μοναχικότητα του ποιητικού υποκειμένου. Δε χρειάζεται να γυρίσει κανείς στο παρελθόν για να αντιληφθεί την ιταμή αδράνεια των αγριόχορτων. Η ταπεινή, προκλητική έλλειψη αντίδρασης των χόρτων του αγρού έρχεται σε αντίθεση με το νεανικό σφρίγος της ανάμνησης. Στην επανάληψη-παρακίνηση για συν-κινητοποίηση της μνήμης της Μελάμφυλλης, μεταδίδεται το αίσθημα της ζέσης, του καύσωνα με την αναφορά στα υδραργυρικά μεσημέρια. Η ανάμνηση ανακαλείται μέσω της μνήμης με τη μορφή του φευγαλέου, έμμεσου υπαινιγμού. Καθοριστικό όμως είναι το «μέλαν» που περιέχεται στο όνομά της, το οποίο, σε συνδυασμό με του Ζόφου τα κατώφλια, δημιουργεί αμέσως την αίσθηση του τρόμου για το μαύρο σκοτάδι του άλλου κόσμου:
(…θυμάσαι ω Μελάμφυλλη τα υδραργυρικά μας
μεσημέρια σαν του Ζόφου κατώφλια…).             
Αν και υποδόρια, ωστόσο είναι εμφανής η αντίφαση που υπονοείται στους στίχους  μέσω του χιαστού σχήματος:

Νεότητα              πάθος
Ωριμότητα         θάνατος

Και όμως ο ποιητής αντιστέκεται στην απόγνωση που τον κυριεύει με την επιθυμία του να τη μετατρέψει σε τέχνη (λαμπερό …μάρμαρο). Το υπερβατό σχήμα με την παρεμβολή της λέξης απόγνωση ανάμεσα στο λαμπερό και μάρμαρο ίσως φανερώνει υποσυνείδητα τη διάθεση του ποιητή να υπερβεί το θάνατο με την τέχνη του. Χαρακτηρίζει μάλιστα την άβυσσο από την οποία ερχόμαστε και στην οποία καταλήγουμε (όπως θα έλεγε και ο Καζαντζάκης) ανέραστη, γιατί ο έρωτας θα τη γονιμοποιούσε και θα την έκανε λιγότερο σκληρή  με τα παιδιά της. Αντιστεκόμενος σθεναρά σ’ αυτήν, χαρίζει τις τυχερές εξάρες του στην Άφαντη Αγριότητα, η οποία τον έριξε σ’ αυτό τον άσπλαχνο κόσμο που κατακόβει με τον μπαλτά τη μοίρα του
ωσάν / τρυφερό χοιρομέρι.
               
Μπροστά σ’ αυτό το ενδεχόμενο, το ρήμα καταχωνιάζομαι αποδίδει εύγλωττα τα συναισθήματα του ποιητή: κρύβεται από φόβο μην τον ανακαλύψει ο θάνατος, μην τον καταπιεί η άβυσσος. Προσπαθεί να γίνει άφαντος για να μην το βρει η καταστροφή, για να μην υποστεί ολόκληρη, ακέραια την καταδίκη της ανθρώπινης μοίρας. Οι τέσσερις λέξεις κλιμακώνουν οπτικά και σημασιολογικά τον τρόμο. Με πρώτο συνθετικό την πρόθεση κατά, εκφράζουν την άρνηση, την αντίσταση του ποιητή στο Ζόφο. Μόνος, ενώπιος ενωπίω στην έσχατη αλαζονεία της ζωής[13], το θάνατο, αντιστέκεται πολεμώντας τον με τις λέξεις και τους στίχους του[14].
                Το ποίημα «Σύντομη μαγνητοφώνηση» κλείνει με τη σημαδιακή λέξη καταδίκη. Από τη θέαση του φεγγαριού ξετυλίγεται ένας μονόλογος του ποιητή με τον εαυτό του, μια μαγνητοφώνηση των σκέψεών του για την αναπόφευκτη φουκαριάρα ανθρώπινη μοίρα. Με λέξεις κυρίως πεζολογικές (απόκληρος, άνηθο, ζαριά, καρβουνόσκονη) καθώς και λαϊκές (εξάρες, κόσμο-μπαλτά, φουκαριάρα, χοιρομέρι) αλλά και λυρικές (λαγνική, Άφαντη, ω Μελάμφυλλη, σαν του Ζόφου κατώφλια), σκιαγραφεί την πεζή ανθρώπινη καθημερινότητα που ορίζεται από δυνάμεις που δεν τις ελέγχει ο άνθρωπος.
Συνολικά, το ποίημα απεικονίζει τη ζοφερή αίσθηση του θανάτου που ταλανίζει την ποίηση του Καρούζου, την υπαρξιακή του αγωνία, τη συμπαντική θεώρηση της ζωής, που, διαγράφοντας μια κεντρομόλα κίνηση, καταλήγει στο εγώ του και στην ατομική του μοίρα. Με τον επιδέξιο χειρισμό της γλώσσας και με τον τρόπο του Μποντλέρ, μας χαρίζει ποιήματα που μοιάζουν συχνά με πρόζα, χωρίς ρυθμό και ρίμα, κι όμως αυτά αποτυπώνουν με λυρικό τρόπο το διανοητικό ρίγος που τον διακατέχει, τους κραδασμούς της ψυχής του και τα τραντάγματα της συνείδησής του.
               



[1] Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978), Ίκαρος 1993, Β’  (1979-1991), Ίκαρος 1994.
[2] Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας, 1979, Νίκος Καρούζος, Τα Ποιήματα Β’  1979-1991), Ίκαρος, 2007, 10.
[3] Βλ. σχετικά: Μια πέτρα κλείνει όλους τους συλλογισμούς («Μεγέθη γαλανά της φλόγας»), Μέσα στην Άνοιξη ο Λυκαβηττός / άσπρα φώτα του Άι Γιώργη («Το έαρ με θύει κ’ εφέτος»), Ο ΑΕΡΑΣ / Πάλι στάζει θάνατος («Λυρικό ημερολόγιο προς την άνθηση»), Οι ποιητές είναι πιο άρρωστοι απ’ τις μητέρες («Ομορφαίνω τη μοίρα»), Σ’ αυτά τα κακούργα χαράματα η νεκρίλα των πεύκων / ευαγγελίζεται τη νιόκοπη γαλήνη NADA») κ.ά.
[4] Βλ. σχετικά Θ. Τσαλαπάτη, «Ο Νίκος Καρούζος και οι νεότεροι ποιητές» , εφημ. Η Αυγή 02/12/2012.
[5] Χαίρε ήλιε μου σκοτεινέ / τολμώ μέσ’ τη νύχτα («Τα τρίστιχα των θανάσιμων»), Τα βάσανα κληρώθηκαν στην ψυχή μου / και χαώδης εγώ φάνηκα στους υλικούς ανέμους. / Όμως η ψυχή /γυρίζει πάλι στον πατέρα / με τον έρωτα των πραγμάτων τολμηθέντων / κρατώντας ολόκληρη / συντρίμματα την έριδα («Θρύμματα ευσέβειας»), Είχε λευκά σημάδια η αγάπη / Στοπ. Επιστροφή. / Είχε λευκά σημάδια του κόσμου η ταραχή. / Τα νέφη αόρατα. / Όχι. («Ποίημα στο μαγνητόφωνο»), Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος. / Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα / σωριασμένα αιφνίδια στο χτες («Επιδεινώσεις του ορατού»),  Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο / και η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική («Αίφνης»), Το άυλο είν’ η ίδια η ύλη κι ολομόναχη / γιατί το άυλο μέσα στην ύλη / -οίον αλλόγλωσση ψυχή-/είν’ ακατάλυπτη αντίφαση και μαύρο, ψόφιο λάθος («Επανάκτηση»)  κ.ά.
[6] Όπως και του Σαχτούρη.
[7] «Χαρά της αόρατης χαραυγής».
[8] «Αρχέτυπον».
[9] Βλ. επίσης: Ο θάνατος είναι φόβος / δεν είναι θάνατος «Στη ρόδινη σκιά του Κάφκα».
[10] Βλ. επίσης: Άνθρωπος ωσεί χόρτος υπό το σεληνόφως, «Λιτάνευση», Σ’ όλο το χόρτο ήλιος τραγικός και της θαλάσσης («Τα τρίστιχα των θανασίμων»).
[11] Βλ. κάθε χιλιόμετρο μέλλον ένας βραδύκαυστος θάνατος («Να γύριζα στο τίποτα»). Πρβλ. ΡΒ΄.102 Ψαλμό του Δαυίδ:  Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει. Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ούχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού.
[12] «Μελάμφυλλος»: με μαύρα  φύλλα, εύφορη γη (αρχαία ονομασία της Σάμης/Σάμου).
[13] «Ξυπνώντας από εικοσιτετράωρο ύπνο».
[14] Σε συνέντευξή του άλλωστε ο Νίκος Καρούζος χαρακτήρισε το θάνατο «πολύ ζόρικο πράγμα» που τον απασχόλησε σε όλη του τη ζωή. Λέει χαρακτηριστικά: «Εγώ είμαι στη κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα ’λεγα με λιανίζει».

Συνολικές προβολές σελίδας