Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Μπορεί επιτέλους η βαθμολόγηση της Ν. Γλώσσας στις Πανελλαδικές να γίνει ακριβοδίκαιη;

Φιλόλογοι της διαδικτυακής κοινότητας agathi.pbworks.com

Ο βαθμός της «Έκθεσης» στις Πανελλήνιες είναι ο άγνωστος  χ μιας πολύ κρίσιμης διαδικασίας.  Είναι εκείνος που συχνά ανατρέπει  προσδοκίες αλλά και χρόνιες αξιολογήσεις, που αποκαλύπτει αλλοπρόσαλλες κρίσεις, που αφήνει πίκρα, θυμό κι απορίες, σε υποψηφίους, γιατί  δεν καταλαβαίνουν σε τι απέτυχαν, σε γονιούς, γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς διαψεύστηκαν, σε δασκάλους,  γιατί  δεν καταλαβαίνουν τι δεν δίδαξαν σωστά.  Το Γλωσσικό μάθημα – όσο σπουδαίο κι αν είναι δυνητικά - είναι υπόλογο: δεν είναι μετρήσιμο αντικειμενικά  παρ’ εκτός κι αν ευτελιστεί σε μια φόρμα τυποποιημένων απαντήσεων κλειστού τύπου. Οπότε  καλύτερα να εξαιρεθεί από τον διαγωνισμό επιλογής φοιτητών.
Εκτός κι αν δεν είναι το μάθημα υπόλογο αλλά ο τρόπος της βαθμολόγησής του. Αν αυτός  αλλάξει μεθοδικά, δεν χρειάζεται να θυσιαστεί  ένας πολύτιμος δείκτης  της γλωσσικής και πνευματικής ωριμότητας του υποψηφίου. Συγκεκριμένα , κι από τα πιο απλά στα πιο σύνθετα:
  1.       Το κριτήριο πρέπει να επιμεριστεί σε θέματα μικρής  βαρύτητας. Όσο υπάρχουν θέματα που καλύπτουν το 40% της συνολικής βαθμολογίας, η βαθμολόγηση θα είναι ρευστή.
  2.       Τα ζητούμενα του κριτηρίου πρέπει να διατυπώνονται με την απαιτούμενη σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα , ώστε να μην επιτρέπουν  αποκλίνουσες («αυστηρές» ή «επιεικείς») ερμηνείες και θεωρήσεις κατά την αξιολόγηση.  
  3.       Σε μια πιθανή αναβαθμολόγηση πρέπει ο τελικός βαθμός να προκύπτει από τον Μέσο όρο των δύο πλησιέστερων μεταξύ τους βαθμολογιών. Όσο προστατεύονται οι υψηλότερες βαθμολογίες, παράγονται αδικίες.
  4.       Για την  αξιολόγηση του παραγόμενου λόγου είναι αναγκαίο να αξιοποιηθούν ως επιμορφωτές και ως μέλη του Κεντρικού φορέα των εξετάσεων και Γλωσσολόγοι που ασχολούνται με την διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στο σχολείο .  Η διδασκαλία και τα εξεταστικά κριτήρια γενικά  πρέπει να εναρμονίζονται με τα Προγράμματα Σπουδών και να μην παλινδρομούν ανάμεσα σε επιστημονικά έγκυρες αρχές και  σε παραδοσιακές συνταγές και παγιωμένες εξωθεσμικά φόρμες αξιολόγησης.
  5.      Οι βαθμολογητές πρέπει να είναι καθηγητές που διδάσκουν και βαθμολογούν  το μάθημα για πολλά χρόνια και συμμετέχουν όλη τη χρονιά σε εργαστήρια πειραματικής βαθμολόγησης  γραπτών δοκιμίων, στη διάρκεια των οποίων θα εντοπίζουν  τις αποκλίσεις των κριτηρίων τους και των εκτιμήσεών τους και θα συνειδητοποιούν ότι συμμετέχουν σε μια διαδικασία στην οποία προέχει – πέρα από προσωπικές κρίσεις και εγωισμούς – η ομοιογένεια της αξιολόγησης.
  6.     Η βαθμολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αναλυτικές οδηγίες, οι οποίες α) θα περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους δείκτες ποιότητας και απαξίας και ικανά δείγματα απαντήσεων,  β) θα προκύπτουν από εισήγηση της κεντρικής επιτροπής αναδιαμορφωμένη σύμφωνα με τις  ενστάσεις  και τα σχόλια βαθμολογητών και συντονιστών, εδραιωμένα σε «πειραματική βαθμολόγηση» ικανού δείγματος και χρόνου επεξεργασίας και γ) θα εφαρμόζονται υπό την επίβλεψη έμπειρων συντονιστών, επιλεγμένων ώστε να εμπνέουν τον σεβασμό και την ομαδικότητα.
  7.     Η βαθμολογική περίοδος δεν πρέπει να τελειώνει με το τέλος της βαθμολόγησης και την ανακοίνωση των βαθμολογιών αλλά με την ενημέρωση των βαθμολογητών σχετικά με αποκλίσεις και απροσδόκητες εκτιμήσεις τους. Σκόπιμο είναι στη φάση αυτή να κατατίθενται προς επεξεργασία και παρατηρήσεις - απορίες των διδασκόντων, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στις οποίες  διαπίστωσαν εκ των υστέρων ότι η βαθμολογία των Πανελληνίων απείχε από τις μαθητικές επιδόσεις , όπως προέκυπταν από μεθοδική ενδοσχολική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση δηλαδή πρέπει να ανατροφοδοτεί την διδακτική πράξη συστηματικά.
Τον τελευταίο χρόνο πολλοί εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μια ακριβοδίκαια κρίση των γραπτών  της Νεοελληνικής Γλώσσας στον υπό δημιουργία Εθνικό Οργανισμό Εξετάσεων και στο εξαγγελθέν Σώμα Βαθμολογητών. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Ορθά μεταθέτει το πρόβλημα στη διαδικασία της βαθμολόγησης και όχι στη φύση του μαθήματος, αλλά  καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα θα λυθεί ως δια μαγείας χάρη σ' ένα ευάριθμο σώμα βαθμολογητών υψηλών προσόντων, αμέμπτου ήθους, πειθαρχημένων και ανεπηρέαστων στην κρίση τους. Κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται καθησυχαστικό, αλλά δεν είναι ρεαλιστικό. Εκτός κι αν ενταχθεί σε ένα πλαίσιο λειτουργίας σαν κι αυτό που περιγράψαμε.


Υπογραφές
1 Aναστασοπούλου Ελευθερία
2 Βοϊβόντα Θεοδώρα
3 Βοκορόκος Τριαντάφυλλος
4 Βουβονίκος Βασίλειος
5 Γεωργιάδου Αγάθη
6 Γιαρίμπαπα Βασιλική
7 Δακανάλη Βιργινία (Βέρα)
8 Δεσποτίδου Σοφία
9 Διβάνη Αναστασία
10 Κακλαμάνος Νίκος
11 Καλαφάτης Κωνσταντίνος
12 Καλιώρα Στέλλα
13 Κάλφα Άννυ
14 Καρακολίδης Παναγιώτης
15 Καρακολίδου Ελένη
16 Κασσωτάκη Ειρήνη
17 Κεραμιδά Λιάνα
18 Κιτσούλης Δημήτρης
19 Κουντούρης Αντώνης
20 Κούτκος Βαγγέλης
21 Κωνσταντίνου Σεραφείμ
22 Κωνσταντέλλου Αθηνά
23 Κωνσταντοπούλου Καλλιρρόη
24 Λάζαρης Άγγελος
25 Λάζος Τάσος
26 Λάμπου Κατερίνα
27 Λεουτσάκος Στάθης
28 Λουκοπούλου Κωνσταντίνα
29 Μητρογιαννοπούλου Ευρυδίκη
30 Μιχαηλίδης Αντώνης
31 Μοίρα Πολίνα
32 Μουντάνου Ρούλα
33 Μουρκάκου Σταυρούλα
34 Μουτάφη Μαρία
35 Μπαζάνης Βασίλης
36 Μπακάλη Ιωάννα
37 Μπαλαφούτη Κατερίνα
38 Μπράιλα Ευαγγελία
39 Ναούμ Βίκυ
40 Νικολακόπουλος Βασίλης
41 Πάλλας Δημήτρης
42 Παπαζάνη Αγγελική
43 Πανοπούλου Χαρούλα
44 Πανταζή Ανδρομάχη
45 Παντιλιέρη Λουκία
46 Παπαγιαννοπούλου Νεκταρία
47 Παπαμανώλη Ρία
48 Πολίτου Άννα
49 Πρόδρομος Πολύβιος
50 Προκοπίου Κατερίνα
51 Ρουμπάκης Γιάννης
52 Ρούσσου Βαρβάρα
53 Ρωμανού Ιωάννα
54 Σακκά Βασιλική
55 Σερεμετάκης Γιώργος
56 Σιαμαντούρα Σωτηρία
57 Σιώτου Κωνσταντίνα
58 Σκαλιδάκη Μαίρη
59 Σκόρδου Αναστασία
60 Σκούρτη Δέσποινα
61 Σπηλιοπούλου Κωνσταντίνα
62 Σταθοπούλου Δήμητρα
63 Σταυροπούλου Ζέτα
64 Συμεωνίδης Βασίλης
65 Τιμπλαλέξη Παρασκευή
66 Τόλη Βασιλική
67 Τσαλίκουσου Πηνελόπη
68 Τσενέ Έλλη
69 Τσίγκου Πολυάνθη
70 Τσιτσεκίδης Γιάννης
71 Τσουκαλά Ειρήνη
72 Τσουκαλάς Παναγιώτης
73 Φατούρου Γεωργία
74 Φελλαχίδου Σοφία
75 Φιλοπούλου Δήμητρα
76 Φορλίδα Αλεξάνδρα
77 Χαντζή Σοφία
78 Χαριζοπούλου Νάντια
79 Χαρμπή Κατερίνα
80 Χατζηαντωνίου Κωνσταντίνος
81 Χριστόπουλος Δημήτρης
82 Χρονοπούλου Αγγελική

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Γιώργη Παυλόπουλου, Τα Αντικλείδια




ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Το ποίημα «Τα Αντικλείδια» είναι μια αλληγορία με θέμα τον μαγικό κόσμο της αληθινής Ποίησης. Είναι ένα ποίημα «ποιητικής» και αναφέρεται στην αιώνια πρόκληση της Ποίησης προς τους ποιητές να διαβούν την πόρτα της. Κάθε «αντικλείδι» τους όμως, κάθε καινούριο ποίημα με το οποίο επιχειρούν να ανοίξουν την «ανοιχτή» πόρτα της Ποίησης, συμβάλλει στο κλείσιμό της και η προσπάθεια ανανεώνεται συνεχώς, επ’ άπειρον. Φαίνεται πως την ουσία της Ποίησης δεν μπορεί να την κατακτήσει κανείς. Η αληθινή ποίηση είναι απροσπέλαστη και υψηλή και μόνο οι υποψιασμένοι, οι «μυημένοι», μπορούν να κατανοήσουν μόνο σε κάποιο βαθμό αυτό το μυστικό. 
Το ποίημα μοιάζει με παραμύθι. είναι ένας ποιητικός μύθος, τον οποίο αφηγείται ένας αφηγητής με συμπαντική γνώση. Παρουσιάζει την αναζήτηση ενός άπιαστου «θησαυρού» που τελικά δε βρίσκεται πουθενά. Καταλήγει στο «επιμύθιο» πως από τότε που υπάρχει ο κόσμος γίνονται προσπάθειες για να ανοιχτεί η πόρτα της Ποίησης. Τα ποιήματα ορίζονται ως «μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια» που υπάρχουν «από τότε που υπάρχει ο κόσμος». Τα ποιήματα δεν ταυτίζονται με την ποίηση. Η Ποίηση με κεφαλαίο γράμμα είναι ο ιδανικός, ο ιερός στόχος στον οποίο αποβλέπουν οι ποιητές γράφοντας «αντικλείδια». Τη μαγική ουσία της κανείς δεν την έχει συλλάβει ακόμα. Μόνο οι ευαίσθητοι ποιητές, που αγωνίζονται σκληρά με την ποιητική δημιουργία στην προσπάθειά τους να καταχτήσουν την αλήθεια της τέχνης τους, μπορούν να πλησιάσουν κοντά και να «δουν» μέσα από την πόρτα. Η ουσία της όμως παραμένει άπιαστη, χιμαιρική, σαν όνειρο απραγματοποίητο, αφού αμέσως μετά η πόρτα κλείνει.
Ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος μας ξαναγυρίζει στην αρχή του ποιητικού μύθου (κύκλος) και έτσι το ποίημα αφήνει ανοιχτό το θέμα: η απόπειρα να παραβιαστεί η ανοιχτή πόρτα της Ποίησης (σχήμα οξύμωρο και λογική αντίφαση) θα καταλήγει σε ματαιοπονία και η διαδικασία θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχει ο κόσμος και όσο οι ποιητές γράφουν ποιήματα. Η πόρτα της Ποίησης θα κλείνει συνεχώς και έτσι η πρόκληση θα ανανεώνεται επ’ άπειρον.

Συνολικές προβολές σελίδας