Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ: Δημήτρη Χατζή (ΚΝΛ Γ΄ Λυκείου)


1.   Ανασκόπηση
Με το παρόν σχέδιο διδασκαλίας προτείνεται ένας τρόπος προσέγγισης λογοτεχνικού έργου μέσω της θεωρία της πρόσληψης, σε συνδυασμό με την κοινωνιοκριτική λογοτεχνική θεωρία. Άλλωστε, έχει ήδη γίνει αντιληπτό εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου ότι η χρήση της θεωρίας της λογοτεχνίας[1] εμπλουτίζει τη σχέση μας με το λογοτεχνικό κείμενο, επειδή εστιάζει την προσοχή μας όχι μόνο στο τι λέει το κείμενο (περιεχόμενο) αλλά και στο πώς το λέει (γλώσσα, οργάνωση, δομή, αφήγηση) και γιατί το λέει (συσχετισμός με τα εξωκειμενικά, παρακειμενικά, διακειμενικά, ψυχαναλυτικά/ψυχοκριτικά στοιχεία του κειμένου, στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κ.ά.). Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει και ανταποκρίνεται στο λογοτεχνικό κείμενο ο αναγνώστης.
Με την εφαρμογή μίας ή συνδυασμού θεωριών της λογοτεχνίας στη διδακτική πράξη οι μαθητές-αναγνώστες εμβαθύνουν στο λογοτεχνικό κείμενο και μαθαίνουν ποικίλες τεχνικές και πρακτικές ανάγνωσης. Ιδίως με τη θεωρία της πρόσληψης, η ερμηνεία του λογοτεχνικού έργου μετατοπίζεται στον ορίζοντα των προσδοκιών των μαθητών-αναγνωστών, οι οποίοι -υποβοηθούμενοι με τις κατάλληλες ερωτήσεις- συμβάλλουν ενεργητικά στην ερμηνευτική διαδικασία. Με το συνδυασμό μάλιστα ποικίλων θεωριών της λογοτεχνίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη συμβολή και της κοινωνιοκριτικής, τους δίνεται η δυνατότητα να διερευνήσουν τη δράση και τις λειτουργίες των ηρώων μέσα στην κοινωνική τους ομάδα και να προβληματιστούν για τη σχέση καλλιτεχνικής δημιουργίας και πραγματικότητας.

2.      Στόχοι
Με τη διδασκαλία του διηγήματος του Δημήτρη Χατζή «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» επιδιώκεται οι μαθητές/τριες να κατανοήσουν ότι:
·          ο λογοτέχνης δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά δημιουργεί το δικό του κόσμο
·          υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στο έργο τέχνης και τη ζωή του καλλιτέχνη
Θα προβληματιστούν, ιδιαίτερα, κατά πόσον η καλλιτεχνική δημιουργία μπορεί να λειτουργήσει ως «σπουδή για την ομορφιά, την τέχνη και την ευτυχία» (σύμφωνα με τον υπότιτλο του διηγήματος) και θα διερευνήσουν τη σχέση τέχνης και ηθικής μέσα από την αντιφατική προσωπικότητα της ηρωίδας.

3.      Προσδοκώμενη διαδικασία μάθησης
Με τη συγκεκριμένη διαδικασία μάθησης, οι μαθητές-αναγνώστες θα αποκτήσουν προνομιακό ρόλο στην πράξη της ανάγνωσης και θα τους δοθεί η ευκαιρία να μεταφέρουν το έργο σε άλλη επικοινωνιακή διάσταση, στη βιωμένη εμπειρία τους. Με αυτή την προοπτική θα γίνουν συν-δημιουργοί του νοήματος και όχι «καταναλωτές» και το κείμενο θα λειτουργήσει ως «κίνητρο» για την ενεργοποίηση τόσο των λογοτεχνικών όσο και των προσωπικών εμπειριών των μαθητών-αναγνωστών. Για να διεγερθεί περισσότερο το ενδιαφέρον των μαθητών/τριών επιλέγεται η διδασκαλία μέσω της αισθητικής της πρόσληψης του Jauss, κατά την οποία οι μαθητές/τριες διαβάζουν μέχρις ορισμένου σημείου το κείμενο και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι να δώσουν τις δικές τους εκδοχές για το τέλος του.

4.      Διδακτική διαδικασία
Α΄ διδακτική πρόταση (με έμφαση στη μυθοπλασία):
Για τη διδασκαλία του συγκεκριμένου κειμένου απαιτούνται δύο διδακτικές ώρες. Την πρώτη διδακτική ώρα μοιράζεται το κείμενο σε φωτοτυπία από την αρχή μέχρι τη σελ. 197: «Ο μοναδικός βοηθός και συμπαραστάτης-ο τελικός». Ο εκπαιδευτικός διαβάζει το κείμενο και διατυπώνει κλιμακωτές ερωτήσεις που αυξάνουν την προσληπτική ικανότητα των μαθητών (καθοδηγούμενος διάλογος):
·                 Ποιο είναι το θέμα του διηγήματος;
·                 Ποιος αφηγείται την ιστορία; (να σχολιαστεί ιδιαίτερα η ιδιότητά του ως λογιστή και ερασιτέχνη της γλυπτικής)
·                 Σε ποιο πρόσωπο επιλέγει να αφηγηθεί και ποια εντύπωση δημιουργεί η εσωτερική οπτική γωνία;
·                 Πώς φαίνεται από το κείμενο ότι πριν ακόμα αρχίσει την αφήγηση έχει στο νου του το τέλος;
·                 Πώς σκιαγραφεί το πορτρέτο της γλύπτριας: το χαρακτήρα, την εμφάνιση και τη ζωή της;
·                 Τι παρατηρεί ως προς τον τρόπο που έφτιαχνε τα αγάλματά της και πώς η γλύπτρια ερμηνεύει τη δυσαρμονία των μερών τους καθώς και τις παραλλαγές τους;
·                 Πού αποδίδει ο αφηγητής τη “θαυμαστή αρμονία του όλου” στην οποίαν κατέληγαν;
·                 Πώς ερμηνεύει τη μεγάλη διάσταση ανάμεσα στο “χυδαίο” χαρακτήρα της Ιζαμπέλας Μόλναρ και την ομορφιά των αγαλμάτων της;
·                 Τι άλλαξε στη ζωή της γλύπτριας; Πώς επηρέασε την τέχνη της;

Η διδακτική διαδικασία θα πρέπει να γίνεται σε κλίμα συνεργασίας και ανταλλαγής απόψεων. Με διαλεκτικό τρόπο οι μαθητές/τριες υποβοηθούνται να συνειδητοποιήσουν την αλλαγή που επέφερε στην καλλιτεχνική δημιουργία της Ιζαμπέλας Μόλναρ η οικογενειακή της γαλήνη και ευτυχία, καθώς και τον προβληματισμό τόσο της ίδιας όσο και του αφηγητή, που καλείται ως κριτής και βουβός συμμέτοχος και συνένοχος στο καλλιτεχνικό της δράμα.
Ακολούθως, οι μαθητές/τριες καλούνται να δώσουν τις δικές τους εκδοχές για την εξέλιξη της ιστορίας σε συνάρτηση με την προσδοκία που τους δημιουργεί ο τίτλος («Το φονικό…»).  Σ’ αυτό το στάδιο, το πιθανότερο είναι η διδακτική ώρα να έχει φτάσει στο τέλος της. Κατά τη δεύτερη διδακτική ώρα ζητείται από τους μαθητές/τριες να παραγάγουν το δικό τους γραπτό κείμενο, στο οποίο, αξιοποιώντας τις προσωπικές τους εμπειρίες και βιώματα, θα παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή. Στη συνέχεια διαβάζουν τα κείμενά τους και παραπέμπονται στο βιβλίο, όπου βλέπουν την έκβαση των γεγονότων όπως την παρουσιάζει ο συγγραφέας, και ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με την πειστικότητα και αληθοφάνεια του διηγήματος, καθώς και για τη σχέση τέχνης και ζωής.
Ως εργασία για το σπίτι ζητείται από τους μαθητές να επιλέξουν μία από τις τρεις φάσεις ζωής και δημιουργίας της γλύπτριας (δυστυχισμένη ζωή – υπέροχα δημιουργήματα, ευτυχισμένη ζωή-κακοτεχνίες, τελευταία φάση στο ψυχιατρείο) και να τη σχολιάσουν και να την ερμηνεύσουν.

Β΄ διδακτική πρόταση (έμφαση στο δοκιμιακό χαρακτήρα του κειμένου -περί τέχνης)
Στην περίπτωση αυτή οι μαθητές/τριες μπορούν να εργαστούν είτε ατομικά είτε ομαδικά. Προτείνεται εδώ η συνεργατική μέθοδος, γιατί βοηθά τους μαθητές/τριες να εμπλακούν πιο ενεργητικά στη μαθησιακή διαδικασία και να αξιοποιήσουν τις δεξιότητες όλης της ομάδας.
            Οι μαθητές/τριες χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Κάθε ομάδα έχει το δικό της φύλλο εργασίας. Δίνεται στην ομάδα Α΄ φύλλο εργασίας με θέμα «Οι απόψεις του συγγραφέα-αφηγητή για την αρχαία γλυπτική και την αφηρημένη τέχνη». Η ομάδα Β΄ έχει θέμα «διαταραγμένη προσωπικότητα και κορύφωση της τέχνης», η ομάδα Γ’ «εσωτερική γαλήνη και κακοτεχνία», θέματα που αντιστοιχούν στις τρεις φάσεις της ζωής της Ιζαμπέλας Μόλναρ. Ο εκπαιδευτικός τους ζητά να υπογραμμίζουν, καθώς διαβάζει το κείμενο, φράσεις που περιέχουν απόψεις, κρίσεις και σχόλια του αφηγητή και της γλύπτριας που αντιστοιχούν στα παραπάνω φύλλα εργασίας. Στη συνέχεια, τους αφήνει να εργαστούν για 15΄ περίπου, να συζητήσουν μεταξύ τους ό τι υπογράμμισαν και ένας εκπρόσωπος της ομάδας εκφράζει τις επισημάνσεις τους. Αναμένεται να εντοπίσουν τις ποικίλες αντιθέσεις που συνθέτουν το κείμενο και να διαπιστώσουν τη βαθύτατη σχέση που διέπει τη φύση/ προσωπικότητα του καλλιτέχνη με την τέχνη του, η οποία μπορεί να είναι αντιστρόφως ανάλογη με το αισθητικό της αποτέλεσμα (πρβλ. χυδαία προσωπικότητα-υψηλή αισθητική). Στη συνέχεια, θα μπορούσε να τεθεί ο προβληματισμός ηθικής και τέχνης και οι μαθητές να εκφράσουν την άποψή τους σχετικά με τα κίνητρα που οδήγησαν την ηρωίδα στο φόνο (με δεδομένη, βέβαια, τη διαταραγμένη προσωπικότητά της) κ.ά.
Ως εργασία για το σπίτι μπορούν να συζητήσουν το θέμα: α. «Από την απομυθοποίηση στη συμβολοποίηση του δημιουργού («Και τότε, η μαρτυρική μορφή … της ευθύνης»): πώς πετυχαίνει ο αφηγητής να αναγάγει σε σύμβολο την καλλιτέχνιδα;
           
            Γ΄ διδακτική πρόταση (έμφαση στη βιωματικότητα)
            Μια άλλη πρόταση διδασκαλίας μπορεί να βασιστεί στην κατανομή ρόλων και τη δραματοποίηση. Μετά την ανάγνωση του κειμένου στην τάξη, ο εκπαιδευτικός ζητά από κάποιους μαθητές να υποδυθούν τους δύο κύριους ρόλους, του αφηγητή και της ηρωίδας, και να ακολουθήσει αναπαράσταση του διαλόγου τους σε τρεις φάσεις, πριν το γάμο, όταν παντρεύτηκε και μετά το φονικό. Οι ρόλοι αυτοί μπορούν να ανατεθούν και σε ομάδες. Δηλαδή, κάθε ομάδα θα προετοιμάσει το κείμενο είτε του αφηγητή είτε της ηρωίδας. Στη δεύτερη φάση μπορεί να υποδυθεί κάποιος και το ρόλο του συζύγου, ενώ στην τρίτη το ρόλο ενός γιατρού ή αυτόπτη μάρτυρα.. Με τη δραματοποίηση αυτή αναμένεται να διαφανεί πώς οι μαθητές/τριες εισέπραξαν το χαρακτήρα και τις απόψεις του αφηγητή για τη γλύπτρια και την τέχνη της, πώς φαντάζονται την προσωπικότητα της Ιζαμπέλας Μόλναρ κ.ά.

5.      Εφαρμογή στην τάξη
Για την εφαρμογή στην τάξη προτείνονται τρεις διδακτικές προτάσεις, από τις οποίες ο εκπαιδευτικός επιλέγει την καταλληλότερη για το επίπεδο των μαθητών του. Η πρώτη διδακτική πρόταση είναι η λιγότερο απαιτητική και η πιο «παραδοσιακή». Η δεύτερη εμπλέκει μεγαλύτερη ικανότητα προβληματισμού και η τρίτη περισσότερες δεξιότητες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορούν όλες να εφαρμοστούν σε μια τάξη οποιουδήποτε επιπέδου, με την προϋπόθεση όμως να προσαρμοστούν κατάλληλα.
6.      Αξιολόγηση
Οι δραστηριότητες που θα μπορούσαν, επίσης, να ανατεθούν στην τάξη ή στο σπίτι, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στη διδακτική μας προσέγγιση. Αν π.χ,. επιλέξουμε την πρώτη πρόταση, στην οποία δίνεται έμφαση στη μυθοπλασία, μπορεί να ζητηθεί από τους μαθητές/τριες να επισημάνουν τα στοιχεία δοκιμίου στο κείμενο (μπορούν να αναζητήσουν τα θεωρητικά στοιχεία για το δοκίμιο στην Έκφραση-Έκθεση Γ΄ Λυκείου, σελ. 109 κ.ε.).
Αν ο εκπαιδευτικός επιλέξει τη δεύτερη διδακτική πρόταση, στην οποία δίνεται έμφαση στο δοκιμιακό χαρακτήρα, οι μαθητές/τριες μπορούν να αναζητήσουν τα στοιχεία μυθοπλασίας και να συζητήσουν την αληθοφάνεια του διηγήματος.
Τέλος, αν ο καθηγητής/τρια επιλέξει τη δραματοποίηση, οι μαθητές/τριες θα μπορούσαν να καταγράψουν τις απόψεις του αφηγητή-συγγραφέα περί τέχνης και να ερμηνεύσουν το συμβολισμό του «σταυρού» στο  τελευταίο έργο της γλύπτριας.
Επίσης, η διδασκαλία του κειμένου θα μπορούσε να συνδυαστεί με το κεφάλαιο της Τέχνης στο μάθημα της Έκφρασης –Έκθεσης Γ΄  Λυκείου, σελ. 152-153 (κείμενο του Ελύτη) και να συζητήσουν οι μαθητές/τριες τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας καλλιτέχνης.



[1] Είναι γνωστό ότι οι θεωρίες της λογοτεχνίας διακρίνονται στις: 
· Γλωσσολογικές/δομιστικές (Φορμαλισμός, στρουκτουραλισμός/ Σημειωτική, Νέα Κριτική)
· Ερμηνευτικές (Κοινωνιοκριτική, Ψυχοκριτική)
·  Αναγνωστικές (Θεωρία της πρόσληψης και Θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης
Επίσης, έχει ξεπεραστεί η αντίληψη που αναγνώριζε ένα και μοναδικό νόημα στο έργο. Τα τελευταία σαράντα χρόνια οι αναγνωστικές θεωρίες μιλούν για πολύσημη λειτουργία του λογοτεχνικού έργου και επικοινωνιακή διάσταση. Με αυτή την προοπτική ο αναγνώστης και η πράξη της ανάγνωσης αποκτούν προνομιακό ρόλο, όπως επίσης και η δυναμική πρόσβαση του κειμένου αλλά και η ίδια η παραγωγή του κειμένου. Δεν αποκλείονται μάλιστα και πρακτικές που δίνουν στους μαθητές την ευκαιρία να επέμβουν δραστικά στα λογοτεχνικά κείμενα, να αλλάξουν τη δομή, τη μορφή και το περιεχόμενο σύμφωνα με τη δική τους έμπνευση κλπ.

Για περισσότερο υλικό

Όταν ο θάνατος ανθίζει : σχόλιο στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου


Ακόμα και μια βιαστική ματιά να έριχνε κανείς στους τίτλους των ποιητικών συλλογών του Μάρκου Μέσκου, αμέσως θα διαπίστωνε πως η φύση και ο θάνατος αποτελούν δύο σταθερές εμμονές του ποιητή, ενώ η σύζευξή τους, άμεσα ή υπαινικτικά, γίνεται συχνά βασικός νοηματικός ιστός των ποιημάτων του. Τίτλοι με διάχυτη την αίσθηση του θανάτου και του μαύρου χρώματος (Πριν από τον θάνατο, Μαυροβούνι, Ιδιωτικό νεκροταφείο, Τα ισόβια ποιήματα, Το μαύρο μαντίλι), σε μυστικό διάλογο με μια φύση που συν-θλίβεται από τη μελαγχολία (Άνθη στο καταραμένο φίδι, Στον ίσκιο της γης, Ψιλόβροχο) και θρηνεί  για το αναπόφευκτο (Χαιρετισμοί, Ελεγείες).
Κι όμως, η σύνθεση φύσης-θανάτου, όσο οξύμωρη κι αν φαίνεται, σηκώνει από την ποίηση του Μέσκου το μαύρο παραπέτασμα κι ανοίγει ένα παράθυρο στο φως και τον έξω κόσμο, σηματοδοτώντας όχι μια απλή κατάφαση στη ζωή αλλά και μια στωική αποδοχή της βεβαιότητας του θανάτου. Η φύση τροφοδοτεί την όραση του ποιητή μ’ όνειρα κι εικόνες ομορφιάς και δρα ως αντίδοτο στην ασχήμια, που σφίγγει το νου του σαν τανάλια: Όραση καθημερινή και όνειρα της νύχτας. Το κουβάρι στο μυαλό με τις προθέσεις συμμετοχής στον κόσμο της ομορφιάς ανατρέποντας την ασκήμια[1].
Γι’ αυτό και δεν είναι παράξενο που ο θάνατος μπορεί να ανθίζει στην ποίηση του Μέσκου: να πετάει φύλλα και κλαριά, να γίνεται δέντρο, να βγάζει λουλούδια. Γιατί μια ευαίσθητη ψυχή δεν μπορεί να αντέξει «πολύ μαύρο». Κι είναι φανερό πως ο ποιητής αγαπάει τη ζωή (και ποιος άλλωστε δεν την αγαπάει;) και χαίρεται που ανοίγει κάθε μέρα τα μάτια του στο φως: «Ευχαριστώ τη μάνα μου / που μ’ άνοιξεν ένα παράθυρο: να εκστασιάζομαι μπροστά στην αυγή, / να θλίβομαι μπροστά στη δύση…» [2].
Η ζωή αντιμετωπίζεται σαν δώρο, σαν μια μικρή ευτυχία, όταν κάποιος έχει βρεθεί πολύ κοντά στην οδυνηρή πραγματικότητα του θανάτου:
«Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω ·
στα χέρια μου κρατάω το άσπρο ρίγος της ζωής
στα χέρια μου κρατάω το μαύρο ρίγος του θανάτου,
τα χρόνια μου περνούν κι ανθίζουνε όπως τριαντάφυλλα την άνοιξη
μαδιούνται το χινόπωρο
[…]
Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω ·
και που πεθαίνω.»[3]
Σημειολογικά, η αντίθεση ζωής-θανάτου συνδέεται στο ποίημα με τον κύκλο της φύσης: τα χρόνια ανθίζουν σαν τα ανοιξιάτικα τριαντάφυλλα (αγαπημένο λουλούδι της ποίησης του Μέσκου) και μαδούν το φθινόπωρο: όσο διαρκούν ζει και χαίρεται ο ποιητής, έπειτα μαραίνονται, αλλά πάντα παραμένει ζώσα η ελπίδα της άνοιξης. Οι αντιθέσεις (άσπρο-μαύρο, ζωή-θάνατος, ζω-πεθαίνω, ανθίζω-μαδώ), συνήθεις στην ποίηση του Μέσκου, απεικονίζουν τις δύο όψεις της ζωής, τη θετική και την αρνητική. Μέσα από αυτές συνειδητοποιεί το θάνατο ως προέκταση της ζωής κι ισχυροποιεί τη δύναμη και τη θέλησή του («στα χέρια μου κρατάω») να συν-υπάρχει μ’ αυτόν και να τον αισθάνεται επίσης ως μια μικρή ευτυχία, όπως και τη ζωή.
Στο Μαύρο δάσος, τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του που γεννήθηκαν από τη βιωμένη εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο, περισσεύει το αίμα κι ο θάνατος. Οι στίχοι του όμως δεν προκαλούν τρόμο, γιατί τους εξαγνίζει η φύση της μακεδονικής ενδοχώρας, της γενέθλιας γης του: τα δέντρα, τα πουλιά, τα χερσοχώραφα, τα σπαρτά, τα βόδια, ο ήλιος, τα ποτάμια, τα βουνά. Η φύση ωραιοποιεί την πραγματικότητα, γιατί αισθητοποιεί ό,τι ο ποιητής λαχταρά κι ονειρεύεται πιο πολύ. Κάθε φορά που μιλάει και γράφει για το θάνατο, κάτι ανθίζει παράλληλα, κάτι καινούριο γεννιέται. Σαν να λιπαίνεται η γη από το αίμα των νεκρών κι αμέσως ξεφυτρώνουν άνθη και δέντρα. Καμιά θυσία δεν πάει χαμένη:
[…]
«Πάνω στ’ ωραίο του όνειρο πετάχτηκε τρομερό
το μαύρο άνθος του θανάτου από το βόλι
που άναψε ο άλλος του πέρα λόφου.
Έγειρε και τον σκέπασε η λησμονιά.

Την άλλη μέρα
περνώντας δυο συντρόφοι του από
τη μαύρη πέτρα
τον σήκωσαν και τον παράχωσαν στη ρεματιά
πριν χυμήξουν αητοί και του βγάλουν τα μάτια
πριν πέσουν τσεκούρια κι ανθίσουν οι κρανιές με το κεφάλι του[4]
Ο θάνατος δεν αισθητοποιείται στην ποίηση του Μέσκου μόνο με τη «μαύρη πέτρα» ή την «κόκκινη κηλίδα»· είναι κι «ένα κατάψηλο δέντρο»[5] που προσπαθεί να φτάσει τον ήλιο. Στο ποίημα «Μεταμορφώσεις»[6] τα κυπαρίσσια, που σηματοδοτούν ένα τοπίο θανάτου, ανασταίνονται και ανεβαίνουν ψηλά στο λαμπερό ουρανό, έχοντας τις ρίζες τους κάτω από το χώμα μαζί με τους αρουραίους: «Σήμερα ξάφνου νεκραναστημένα κυπαρίσσια σήμερα λάμπει ουρανός/ (μαζί με τους αρουραίους)». Και μπορεί οι νεκροί να μη μιλάνε, γιατί η γλώσσα τους είναι «κομμένη»[7] , «κελαηδούν όμως τριανταφυλλιές το πρωί»:
«Να βγω από τον τάφο να μιλήσω
να κελαηδήσω τριανταφυλλιές πρωί» [8]
Είναι αυτό αισιοδοξία για τη ζωή ή ξορκισμός του θανάτου; Ό,τι κι αν είναι, η συνύπαρξη των νεκρών με το χώμα και τα άνθη, έστω και μαραμένα, τουλάχιστον απαλύνει την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή και τον βοηθά να απαξιώσει το θάνατο:
«Η πικροδάφνη και η καμπάνα
περιφορά σφαγιασμένων λουλουδιών και μετά χώμα
γλώσσα των νεκρών χωρίς φωνήεντα κι ο θάνατος ποιος είναι;» [9]
Γι’ αυτό κι ο ποιητής δεν συνδέει το θάνατο πάντοτε με το μαύρο χρώμα αλλά και με το πράσινο, ίσως για να έχει την αίσθηση της ελπίδας: «-άγριος πράσινος θάνατος μας καρτερεί»[10]. Η φύση γίνεται όπλο στα χέρια του για να τον νικήσει, γιατί στη ζωή «το λίγο άσπρο το μαύρο πολύ»[11]. Κάνοντας το θάνατο ν’ ανθίζει, του αντιστέκεται, γιατί ό,τι ανθίζει είναι παρήγορο, χαρίζει ελπίδα, έστω και ακρωτηριασμένη. Δεν μπορεί να τον σκέφτεται ως κάτι τελεσίδικο, τον αντέχει καλύτερα αν νιώθει πως «στο τέλος πάντα κάτι μένει», κάτι ξεφυτρώνει έστω και λίγα «ξερά χορτάρια» ή καλύτερα μια «ρίζα χλωρή» που «θροΐζει … σαν τελευταία ελπίδα», προετοιμάζοντας την αναγέννηση («Ελπίδα ελπίδα ελπί»[12]):
«Kι όμως στο τέλος πάντα κάτι μένει
έστω ξερά χορτάρια στην αυλή των κρεμασμένων
(στο διάβολο κι εσύ και το σχοινί σου)
ρίζα χλωρή λοιπόν και φωνή από μακριά που θυμάται
και ξαναγεννιέται
ένα πουκάμισο λευκό
εκεί κάτω στους μεταλλικούς αιώνες
θροΐζει πάντα σαν τελευταία ελπίδα».
Στην ποίηση του Μέσκου, η διαπλοκή του φυσικού με το μεταφυσικό στοιχείο αποκαλύπτει ένα νέο τρόπο θέασης του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης. Στα ολιγόστιχα, επιγραμματικά ποιήματα της συλλογής Ψιλόβροχο είναι ιδιαίτερα αισθητό το «το πλην του ατέρμονου θανάτου»[13], που τον φαντάζεται ο ποιητής σαν «λιβάδια νερά / ανθισμένα δέντρα και πουλάρια»· κάτι δηλαδή σαν τη φύση της πατρίδας του, η οποία τον παρηγορεί, γιατί «εδώ τίποτε δεν προδόθηκε». Θέλει να πιστεύει πως οι πληγές του παρελθόντος έσβησαν και δεν άφησαν καθόλου ίχνη, όλα πέρασαν. Κατά βάθος όμως γνωρίζει πως τελικά «όλα μείναν»:
            «Φαντάζεται συχνά τον θάνατο-όχι λάσπες- λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια· στη ράχη τους εσύ περνώντας
το ποτάμι· (εδώ τίποτε δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα μείναν)»[14].
Στο ψιλόβροχο ο ποιητής νιώθει ότι συγκλίνει ο θάνατος κι εκμηδενίζεται η «σκοτεινή οδός» (LIII) που τον χωρίζει από αυτόν: «Του δειλινού η καμπή μας ενώνει· χρόνια πολλά πριν/ υπολόγιζα την απόσταση μέχρι τον θάνατο» (ΧΙΙ). Ήδη αισθάνεται πως «[…] στον μαύρο ορίζοντα και στα  γυμνά κλαριά / αράχνες και σκιές και κόρακες […] κρώζουνε λυπητερά / στην ομίχλη του ακατάλυτου Άδη» (LIII).  Ως αντίδραση, στρέφεται προς τη φύση που πάντα τον χαροποιούσε: «Με γνώριζε το πουλί· βερίκοκα ροδάκινα χνούδια της ανατολής!» (ΧΙΙΙ). Σ’ αυτήν και πάλι επιθυμεί να γυρίσει πεθαίνοντας: «[…] έζησα στα λουλούδια, εκεί θα τελειώσω» (XVI). Στρέφεται στη φύση, γιατί εκεί δεν υπάρχει «περιθώριο ψεύδους»[15] ή αδικίας· όλα τιμωρούνται, αντίθετα με την πραγματική ζωή: «Τα δέντρα που ψέλλισαν ψέματα ξεράθηκαν· / άλλα είναι τ’ άλαλα τα δύσπιστα και τα φαρμακωμένα» (ΧV). Για το λόγο αυτό αγαπάει κάθε τι από τη φύση, αλλά νιώθει πιο οικεία και τρυφερά με το μικρότερο φυλλαράκι της:
«Δεν μιλώ με το δάσος
δεν μιλώ με το δέντρο
με το κλωνάρι δεν μιλώ

Μικρό τρυφερό φυλλαράκι
με σένα μιλώ
μαζί σου λέω τα μυστικά μου»[16].
Το μικρό φυλλαράκι, αλλά και τα δέντρα και τα ποτάμια, ο αέρας, τα πουλιά, ιδίως τα χελιδόνια που επιστρέφουν κάθε άνοιξη, όλα έχουν ζωή, σαλεύουν και θροΐζουν, ζουν, αντίθετα με τη στασιμότητα και την άπνοια του θανάτου, του λιγότερο ευπρόσδεκτου επισκέπτη: «Ποιος κάλεσε τον Χάρο σήμερα; Κανείς!» (LXXV). Κι αλλού: «Σε ποιον θάνατο πήγες· περνούσε αεράκι από εκεί;» (ΙΙ).
Αντίβαρο σ’ αυτή τη θλίψη είναι ο έρωτας: ένα χέρι που φτερουγίζει κοντά στα χείλια και στα μαλλιά (VΙΙ), η ανάμνηση των φρυδιών και των ματιών της (XIV), το φιλί της (XVI). Η ομορφιά της φύσης μια νύχτα με αυγουστιάτικο φεγγάρι κάνει τα γαρίφαλα να μοσκοβολούν και να «πεθαίνουν» τον ποιητή με το άρωμά τους:
«Μεγαλώνει το φεγγάρι νύχτα φωτεινή του Αυγούστου
μυρίζουν τ’ άγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου

γιατί στα Βοδενά
η αγαπημένη μου κοιμάται»[17].
Στην ποίηση του Μέσκου, τα «άνθη» (γαρίφαλα, λουλούδια, τριαντάφυλλα, μπουμπούκια, χρυσάνθεμα, κρίνα, νούφαρα κ.ά.) δημιουργούν ένα κήπο θανάτου και συντροφεύουν τους απόντες, τους σιωπηλούς νεκρούς, καθώς το χώμα κι η βροχή τούς διαβρώνουν:
«Και με το μάλαμα που τρώει τα χέρια τέλος-τέλος
Μένει το χώμα βροχή ματωμένη και τα λουλούδια ανθίζουν»[18].
Το ψιλόβροχο, άλλοτε ποτίζει το πράσινο χορτάρι όσων «στο χώμα κλαίνε για πάντα» και στον τάφο τους φυτρώνει ένα λουλούδι, έστω και «ξένης χώρας» (XXXVII) κι άλλοτε σαπίζει τα πάντα:
 «Θα βραδιάσει σε λίγο
Και δάφνες στη βροχή σαπίζουν τους ανθρώπους»[19]
Η εικόνα της βροχής στο χώρο των νεκρών δημιουργούν ένα σκηνικό εφιαλτικό, που τρομάζει τον ποιητή: 
«Θεέ μου κρύα είναι τα δέντρα σου
Στάζουν βροχή και στα φυλλώματά σου
Κρώζουνε μαύρα πουλιά.
Κόκαλα και σκόνη τα παγερά σου κυπαρίσσια»[20].
Γιατί ο ποιητής φαντάζεται συχνά το σώμα του κάτω από το χώμα να δέχεται τη σιωπηλή βροχή και να το αφανίζει: «Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και ’συ χώμα πώς να με λιώσεις» (LIV).
Αυτό που συνειδητοποιεί όμως βαθύτερα είναι ότι με το δικό του τέλος, πεθαίνουν και όλα τα άλλα. Όσο ζει, ζουν κι οι αγαπημένοι του, πεθαίνοντας, δεν υπάρχει τίποτα:
«Εδώ με θάψανε όχι μονάχον.
Μαζί κι αυτοί που χάθηκαν προτού πεθάνω·
κι αυτοί που αγάπησα και ζωντανοί είναι ακόμα»[21].

Η ποίηση όμως του Μάρκου Μέσκου θα θάλλει για πάντα, παρηγορώντας μας.

                                            *******************************


[1] Μέσκος Μ., Μαύρο Δάσος, Νεφέλη, 1999, «Υποκειμενική διαφορά», σελ. 9.
[2] Ό.π., «Ανθρώπινο», σελ. 25.
[3] Ό.π., σελ. 28.
[4] Ό.π. «Μαύρη πέτρα», σελ. 61.
[5] Ό.π. «Ιούλης», σελ. 66.
[6] Μέσκος Μ., Χαιρετισμοί, Ύψιλον, 1995.
[7] Μέσκος Μ., Κομμένη γλώσσα, πεζό, Νεφέλη, 1997.
[8] Μότο της συλλογής Το μαύρο μαντίλι (1975-1980).
[9] Μαύρο δάσος, σελ. 219 (Το Μαύρο μαντίλι ΙΙΙ).
[10] Ό.π., σελ. 221.
[11] Μέσκος Μ., Ψιλόβροχο, ΧΧV, Νεφέλη, 2000, σελ. 33.
[12] Ό.π., σελ. 152.
[13] Μαρωνίτης Δ.Ν., «Δύο επί δύο», Νέες Εποχές, Το βήμα, Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2000.
[14] Ψιλόβροχο, IV, σελ. 12.
[15] Πρβλ. το μότο της συλλογής Ψιλόβροχο: «Δεν έμεινε κανένα περιθώριο ψεύδους. Αγάπα με λίγο να υπάρχω.»
[16] Ψιλόβροχο, XXII, σελ. 30.
[17] Ό.π., LXV, σελ. 73.
[18] Μέσκος Μ., Στον ίσκιο της γης, XV,  Νεφέλη, 1999, σελ. 23.
[19] Ό.π., ΧΙΙΙ, σελ. 21.
[20] Ό.π. IL, σελ. 57. Επίσης: «[…] κι εδώ βρέχει, πίνει νερό το τετράγωνο όρυγμα /-πόσων ανθρώπων μπορεί να ’ναι ομαδικός τάφος;» (XLV)
[21] Το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής Ψιλόβροχο, LXXXI,  σελ 89.

Συνολικές προβολές σελίδας