Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Μικρή συμβολή στην ποίηση και ποιητική του Τίτου Πατρίκιου




Εν αρχή ην ο έρωτας της ποίησης. Έπειτα, η ζωή που μπολιάζει τον ποιητικό λόγο με εικόνες και εμπειρίες. Και ο ποιητής τις συλλαμβάνει με τις ανοιχτές κεραίες του, τις εσωτερικοποιεί, τις επενδύει με λέξεις, τις επεξεργάζεται αφαιρώντας το ατομικό στοιχείο και τις προσφέρει ως αποκρυσταλλωμένο πια βίωμα, ως ποίημα. Όσο πιο μεγάλος είναι ο ποιητής, τόσο πιο σπουδαίο το ποίημα. Κι απόψε τιμούμε έναν πολύ μεγάλο ποιητή, τον Τίτο Πατρίκιο. Πενιχρές οι λέξεις  μας για το διαμέτρημά του.
Ο Τίτος Πατρίκιος είναι ένας βαθύτατα πολιτικός ποιητής, όχι μόνο με τη στενή έννοια του όρου αλλά και με την ευρύτερη. Και ταυτόχρονα βαθύτατα ερωτικός, υπαρξιακός και ανθρώπινος, μια ευαίσθητη φωνή και συνείδηση, ένας πραγματικός αγωνιστής της ζωής και της τέχνης. Γιατί η ποίησή του βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τη ζωή του, τις ιδέες του και τη στάση του απέναντι στον άνθρωπο. Έχοντας διανύσει ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα έχει βιώσει όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ως προσωπική διαδρομή: τον πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο, τις ιδεολογικές μάχες, την απώλεια της επανάστασης και των οραμάτων, τις εξορίες,  τον επαναπατρισμό, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τη γείωση στη νέα εποχή.
Γι’ αυτό και η εβδομηντάχρονη ποιητική διαδρομή  του δεν ακολουθεί γραμμική πορεία αλλά συνεχώς ανανοηματοδοτείται. Κάθε νέα του ποιητική συλλογή χαρτογραφεί το εξωτερικό και το εσωτερικό γίγνεσθαι. Οι παλμοί του ενσωματώνονται ρυθμικά στο ποίημα και ο ποιητής μαθαίνει να συγκατοικεί με το εκάστοτε παρόν. Ο κόσμος γίνεται ένα πεδίο όπου δοκιμάζονται οι αντοχές του, όμως η ποίηση δεν τον διώχνει. Αντίθετα, του προσφέρει ένα σχεδόν ασφαλές καταφύγιο.
Μέσα σε όλην αυτή τη διαρκή ανανοηματοδότηση των πραγμάτων, υπάρχουν, ωστόσο, μερικές «σταθερές» στην ποίησή του κατά τον Νούτσο: η νοσταλγία όσων έσβησαν, ο φόβος μη χαθούν όσα άξιζαν, ο λυσιμελής πόθος, η συνομιλία με τον θάνατο, η ποιητική της στιγμής, η κατοπτρική λειτουργία ποίησης και πραγματικότητας, ο ανθρωπομορφισμός του χρόνου με τις συνεχείς μεταμορφώσεις και αυταπάτες του, ο αγώνας ενάντια στη λήθη και η αγωνία της μνήμης.
Ποίηση φαινομενικά απλή στη δομή της, σαφής και ειλικρινής. Ο ποιητής δεν χρειάζεται να συσκοτίσει το τοπίο για να δώσει την αίσθηση του βάθους. Το βάθος της ποίησης του βρίσκεται στα θέματά της, στην ουσία της, στις κρυστάλλινες αλήθειες που κρύβει μέσα της, στη σοφία των στίχων της, στον γνωμολογικό της χαρακτήρα. Μοιάζει με μια διαρκή συνομιλία μαζί μας, σε πρώτο πρόσωπο. Απευθύνεται με το «μας» ή σε ένα «εσύ». Μας κοιτάζει στα μάτια, μοιράζεται τις σκέψεις του μαζί μας. Ήδη από τη δύσκολη εποχή του εμφυλίου νιώθει την ερημιά της χώρας του, της μοίρας του, της γενιάς του και ο λόγος του είναι προφητικός, βαθιά φιλοσοφημένος:

IV
Στην άκρη της μνήμης τελειώνει η θάλασσα
πέρα  απ' το  παράθυρο  αρχίζει  ο  κόσμος.
Τα  βιβλία  φθείρονται  μες  στα  χέρια  μας
τα  βιβλία  που  ώρες  κι  ώρες  σκύβουμε  πάνω  τους
που  τα  συζητάμε  στην  κλειστή  κάμαρα.
Τύψη  της  αδέξιας  πράξης
πιο  τυραννική  κι  απ' της  άνομης  πράξης.
Είναι  μακριά  οι  σοφές  πόλεις  της  Ευρώπης
με  τις  γερτές  σκεπές, τις  καμινάδες
που  δε  γνωρίζουνε  την  αγωνία
της  παράνομης  συνεδρίασης.
Χίλιοι  δρόμοι  οδηγούν  στη  λευτεριά. (Ποιήματα, Ι 24)

Άλλοτε, στοχάζεται και αναστοχάζεται, απορεί κι αναρωτιέται:

Ποιος θ´ απαντήσει στην κραυγή μας; 
Ποιος έμεινε να μοιραστούμε τον ίλιγγο; (Ποιήματα, Ι 25)

Άραγε θα κρατήσουν οι ώμοι μας
Το βάρος αυτής της εμπειρίας; (Ποιήματα, Ι 26)

Κι όμως το κράτησαν. Δυνατές οι ποιητικές του πλάτες και το βλέμμα του ολοένα ανέβαινε ψηλότερα, πάνω από τις «νεκρές καμινάδες» της πολιτείας, «τα αναποδογυρισμένα σύννεφα», τις εκτελέσεις, και μετουσίωνε ποιητικά σε όραμα και ελπίδα ό,τι βίωνε. Βαθιά αίσθηση καθήκοντος απέναντι στο μέλλον και στην ιστορία, απέναντι στη ζωή:

Πρέπει να γεφυρώσουμε τα χείλη της αβύσσου (Ποιήματα, Ι 28)

«Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων» η μνήμη του και παράλληλα βαθιά και η ευγνωμοσύνη αλλά και η ενοχή του για τη δική του ζωή. Κι ο ποιητής, αποχαιρετά με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη όσους ανώνυμους και επώνυμους φίλους έδωσαν τη ζωή τους για να ζήσουν οι άλλοι. Γράφει τον Γενάρη του 1949:

Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων
που μου σκίζει τώρα τα σωθικά.
Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους
που αφήσανε στα ράμφη των πουλιών
τα σβησμένα μάτια τους
[...]
Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους
που έδωσαν τη ζωή τους
για μένα.
(Ποιήματα, Ι 29)

Η ποίηση του Πατρίκιου, ιδίως στις πρώτες συλλογές του (1943-1953), έχει ευεργετηθεί από τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη και κυρίως από τον Ρίτσο, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το κλίμα της στην αρχή είναι ευφρόσυνο. Κυριαρχεί η επαναστατική πνοή, η αισιόδοξη διάθεση. Την διαπνέει ο ανθρωπιστικός ουμανισμός και η αφοσίωση στην αριστερά και τα οράματά της. Όσο όμως προχωρούμε προς το τέλος του εμφυλίου κυριαρχεί ο παραλογισμός του πολέμου και του θανάτου. «Ο κόσμος άλλαξε μεμιάς».

Σώθηκε ο καρπός στα λιόδεντρα
Στέρεψε το νερό
Στις άδειες στέρνες πετάμε ξερολίθαρα.

Δεμένες οι βάρκες στο λιμάνι
Μια αχτίδα φεγγαριού
Τυλίχτηκε στα ξάρτια κι έσβησε. (Ι 41)

Και όμως μέσα σ’ αυτό το μαύρο τοπίο, η ζωή με τα καλέσματά της, η ρόδινη ανατολή, το εκτυφλωτικό φως του πρωινού, αποτελούν ερωτικές προσκλήσεις που δεν μπορεί να αγνοήσει ο ποιητής:

Έρωτας παντού χυμένος
σα ρόδι που έσπασε στο πέτρινο κατώφλι
το φως σκίζει τις λέξεις
πριν ακουστούν ολόκληρες
μάτια μαχαιρωμένα από το φως
μαβιά πουλιά της αντηλιάς
λυτά μαλλιά λουρίδες του ίσκιου
μια φούχτα ήλιος
μια βούλα καυτό μέταλλο
χρυσώνοντας την πύλη της ζωής. (Ι 33)

Ποιήματα σύντομα, πυκνά και λιτά, με λέξεις που πέφτουν σαν χυμένο μολύβι στο χαρτί. Πότε είναι απλά και μοιάζουν με καθημερινή κουβέντα φίλων:

Ήρθε βαρύς ο φετινός χειμώνας
Με πολύ κρύο πολλή φτώχεια.
Καμιά φορά καλοσυνεύει λίγο.
Οι γριές τρέχουνε να ξηλώσουν μια σανίδα για το τζάκι
Κι έπειτα χιονόνερο, ξανά χιονόνερο κι αγέρας. (Ι 135)

…και πότε είναι λυρικά, με λέξεις ευκίνητες χυμώδεις:

Συρματοπλέγματα των άστρων, νησιά δεμένα χειροπόδαρα,
λάσπη, εξορία, πέτρα απ’ τις ρωγμές των νυχιών
που πλημμυράει ως την καρδιά, κρύο, εξορία,
πάλι βροχή από το σηκωμένο γιακά της σκηνής (Ι 183)

Η  εικονοποιία του είναι πάντοτε θεατρική:

[...] τα καπέλα μένουν άδεια στις κρεμάστρες
οι πόρτες των σπιτιών μισάνοιχτες
ούτε ένας άνθρωπος δεν μπαίνει.
"Ησυχία, νοσοκομείον"
με χίλια παράθυρα κι ένα θάνατο.
 (Ι 33)

Οι στίχοι του καταλήγουν συχνά σε αποφθέγματα:

Όπου υπάρχουν άνθρωποι
Υπάρχουμε κι εμείς. (Ι 73)

Πάντα υπάρχει ένας μήνας της χαράς
Μα η κάθε μέρα
Είναι για να βαδίζουμε. (Ι 120)

Σταδιακά, στα χρόνια της εξορίας στη Μακρόνησο (1951-52) και στον Άη Στράτη (1952-53), η γλώσσα του σκληραίνει μαζί με τη καθημερινή αγριότητα. Κυριαρχεί το αίσθημα της στέρησης, της ψυχικής και σωματικής κόπωσης:
3 μετά τα μεσάνυχτα
Η νύχτα κολλάει απάνω μου υγρή και μαλακιά
μου φράζει το στόμα φράζει τα ρουθούνια
σαν ένα πελώριο μπαμπάκι χειρουργείου
μουσκεμένο στο αίμα.

4 μετά τα μεσάνυχτα
Χωματένιος ο αγέρας, χωματένια τα ρούχα
χώμα και βροχή στο βουλιαγμένο πρόσωπό μου.
Οι φωνές των τρελών αναβαίνουν σα φυσαλίδες
μέσα απ’ του στήθους μου τη σιωπή. (Ι 191)

Παράλληλα, δυναμώνει η ερωτική ανάμνηση και ο ποιητής μάς προσφέρει ποιήματα ανεπανάληπτης ερωτικής πνοής και ανθρώπινης τρυφερότητας:

Ξεκίνησα να γράψω κάτι
μα το ξέχασα.
Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο
Από σένα. (Ι 212)

Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου
λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτάω. (Ι 213)

Στην επόμενη συγγραφική περίοδό του, που περιλαμβάνει τα χρόνια της Αθήνας και της αυτοεξορίας στη Γαλλία, ο ποιητής ταλανίζεται από ερωτήματα για το ποιοι και τι έφταιξε, γιατί νικήθηκαν, ποιοι ευθύνονται για τους τόσους νεκρούς. Απορίες και ενοχικά συναισθήματα που δεν θα τον εγκαταλείψουν ποτέ :

Πόσο θ’ αντέξουμε στις κατηγορίες τους
ότι το φταίξιμο όλο είναι δικό μας
ότι κι εμείς γίναμε δήμιοι και βασανιστές; (Ι 28Ι)

Στην περίοδο αυτή, ιδίως στα ποιήματα της «Μαθητείας» (1956-59), ο ποιητής επηρεασμένος από τον Μπρεχτ, εισάγει σ’ αυτά το αλληγορικό στοιχείο (Μαρωνίτης):

Θύμωνα με τους δρόμους που προδίνανε τα μυστικά μου
μα εκείνοι γνώριζαν τις ανάγκες μου καλύτερα. (ΙΙ 87)        

0 τόνος γίνεται πιο πικραμένος, ήχος σκληρής πέτρας που χτυπάει σε βράχο. Πικρή ειρωνεία για την ήττα, για την προδομένη ιδεολογία, για το βόλεμα κάποιων συντρόφων:

Παλιοί επαναστάτες γίνονται κρατικοί χημικοί
σύμβουλοι τραπεζών, εργολάβοι δημοσίων έργων
γλιτώνουν από την εκμετάλλευση, ευημερούν
κάνουν οικογένεια, εκμεταλλεύονται άλλους
θυσιάζονται για τα παιδιά που αύριο θα εξεγερθούν
εκείνοι θα τους λένε «τα περάσαμε κι εμείς αυτά»
στα εκτός σχεδίου κοιμούνται ψόφιοι οι μεροκαματιάρηδες
έχοντας ξεπληρώσει πια τις δόσεις του οικοπέδου. (ΙΙ 126)

Με την επάνοδό του στη μεταπολιτευτική Ελλάδα ο ποιητής απαγκιστρώνεται από το ιδεολογικό πλαίσιο και αποθησαυρίζει κυρίως το μνημονικό υλικό του παρελθόντος. Η ποίησή του γίνεται πυκνότερη και σκοτεινότερη. Στο τέλος της δεκαετίας του ’80 στις «Παραμορφώσεις» υποβοηθείται από τον υπερρεαλισμό ώστε να συσκοτίζει επιλεκτικά τα ποιήματά του, να τα «παραμορφώνει» για να συγχρωτίζονται με το ακατανόητο της εποχής. Γράφει στους «Αντικριστούς καθρέφτες»:

Λέω να γράψω πάλι λίγο μπερδεμένα
όχι από θύμηση ή επιθυμία σουρρεαλισμού
αλλά για να μην καταλαβαίνουνε οι άλλοι
ότι δεν έχω φτάσει να τους καταλαβαίνω.

Δουλεύει και ξαναδουλεύει τα ποιήματά του, τα μεταμορφώνει, τα παραδίδει και πάλι στους αναγνώστες του ανανεωμένα. Βρίσκεται σε συνεχή πολιτική και ποιητική εγρήγορση. Στρέφεται στο παρελθόν και αυτοβιογραφείται. Σχολιάζει υπό το πρίσμα του «ακατοίκητου» παρόντος όσα έζησε («Συγκατοίκηση με το παρόν»): το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε, τις πρώτες αγωνίες του έρωτα και της γραφής, τους πρώτους αγώνες στη δυσοίωνη εποχή του πολέμου και του εμφυλίου, τις λεηλασίες και τους θανάτους, τους βασανισμούς και τη λογοκρισία, τις ιδεολογικές αμφισβητήσεις. Στο τέλος των ποιητικών του αναμνήσεων ενίοτε αξιολογεί στιγμιότυπα ή στάσεις του παρελθόντος:

Καθώς ξανασκέφτομαι κι αυτά που λέω
Κι αυτά που παραλείπω, αναρωτιέμαι:
Είναι δυνατόν να πίστευα
ή και τώρα ακόμα να πιστεύω
πως είχα πάντα δίκιο; (Σ.Π. 18)

Συνολικά θεωρημένη η ποίησή του άλλοτε μοιάζει με έναν υπαρξιακό μονόλογο, άλλοτε με δραματικό διάλογο και άλλοτε με έναν αντίλογο απέναντι σε όσα βίωσε ή σε όσα συμβαίνουν. Γραφή «εύληπτη», απουσία ρητορικής, αμεσότητα, εκφραστική λιτότητα και πολλαπλά στρώματα ειρωνείας και αυτοσαρκασμού είναι μερικά από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της ποιητικής του. Έχουμε να κάνουμε με ποίηση για την ποίηση και για τη ζωή, ποίηση ιδεών, σκέψεων και προβληματισμών.
Ο Πατρίκιος στην τόσο μακρά και θαλερή ποιητική πορεία του συνδυάζει αρμονικά διαμετρικά αντίθετα χαρακτηριστικά: την αγωνιστική ορμή με τον λυρικό τόνο, την απλή πεζολογική γραφή με τον ποιητικό στοχασμό, τη συλλογικότητα με την  ατομικότητα, την εξωστρέφεια με την εσωστρέφεια, τη νηφαλιότητα με την κραυγή, τη σιωπή με τον πληθωρισμό, τον νατουραλισμό με τον ρομαντισμό, την κυριολεξία με τη μεταφορά, και όλα αυτά σε φόρμα που κυμαίνεται από το πολύστιχο ποίημα ως το ολιγόστιχο. Και ταυτόχρονα έρωτας της ζωής, της φύσης, της γυναίκας, του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, του θανάτου. Αυτός ο «θαλερός ερωτισμός» του, όπως τον αποκαλεί ο Μαρωνίτης,  διαπερνά όλη την ποίησή του.
Παρούσα σε όλη την ποιητική διαδρομή του η σημαντικότερη ίσως μορφή της ζωής του, η Ποίηση. Διάσπαρτα στο τετράτομο έργο του[1] και στις υπόλοιπες μεμονωμένες συλλογές του [2] τα ποιήματα ποιητικής, ποιήματα που ανοίγουν μεγάλα ζητήματα: για τη σχέση της ποίησης με την ιστορική αλήθεια:

Κι αν σου βρωμάνε πτωματίλα οι ποιητές τούτα τα χρόνια
είναι γιατί τις νύχτες γυρνάν στα κοιμητήρια σαν τυμβωρύχοι
ψάχνοντας τους νεκρούς να βρουν έστω ένα ψήγμα αλήθειας. (ΙΙ 172)

Στοχάζεται ακόμα για τη σχέση της ποίησης με την επανάσταση: μπορεί η ποίηση να αλλάξει τον κόσμο, να τον κάνει καλύτερο; Απογοητευμένος από την ήττα, αναφωνεί:

[…] κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.

Μερικά χρόνια αργότερα (1982), ωστόσο, παραδέχεται πως:

Οι στίχοι δεν ανατρέπουν καθεστώτα
Μα σίγουρα ζούνε πιο πολύ
απ’ όλες τις καθεστωτικές αφίσες. (Α.Κ. 35)

Αρκετά ποιήματά του είναι αυτοαναφορικά, μιλούν για το σκοπό της ποίησής του:
Από τη στάση μου
προς τη ζωή
βγαίνουν
τα ποιήματά μου.
Μόλις υπάρξουν
τα ποιήματά μου
μια στάση μου επιβάλλουν
αντίκρυ στη ζωή.
[…]

Κι αλλού μας ο ποιητής αποκαλύπτει τα μυστικά της τέχνης του:

Ο ποιητής
ένα είδος μαστροπού
ρίχνοντας στην πιάτσα
τις πιο μύχιες
τις πιο κοινές
τις πιο πεποιημένες
λέξεις (Α.Κ. 55)

Άλλοτε μας μιλάει για τις δυσκολίες της έμπνευσης:

Οι ιδέες έρχονται όλο πιο αραιά
σαν τα πουλιά που λιγόστεψαν
κι ούτε που μένουν, χάνονται
το ίδιο απρόσμενα όπως ήρθαν.
Μου έρχεται δύσκολο να καραδοκώ
με δίχτυα, ξόβεργες, απόχες
μες στη συμφόρηση των δρόμων
μήπως για μια στιγμή περάσουν. (Α.Κ 67)

Περιγράφει ακόμα με μετριοφροσύνη τις ποιητικές του φιλοδοξίες:

Ήταν πολύ φιλόδοξος
δεν νοιαζότανε να φτάσει
ψηλότερα από τους ομοίους του
αλλά να είναι διαφορετικός
απ’ όλους εκείνους που τον ξεπερνούσαν. (Α.Κ 73)

Η σπουδαιότερη προσφορά του στα ποιήματα ποιητικής είναι η τελευταία συλλογή του «Σε βρίσκει η ποίηση», όπου ο ποιητής, φιλοσοφώντας σε εννιά ενότητες, καταλήγει τελετουργικά στην επωδό: Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση. Πού όμως συναντά η ποίηση τον αληθινό ποιητή ή τον αναγνώστη; Σε κάθε έκφανση της ζωής του: στην καθημερινότητα, στις δυσκολίες, στις μικροχαρές, στον έρωτα, στα πάθη, στην προδοσία, στην αναζήτηση της αλήθειας, εκεί που αναστοχάζεται για τη ζωή και τον θάνατο, εκεί που αναλογίζεται τι αξίζει στη ζωή και τι όχι, σε στιγμές αυτογνωσίας και αυτοκριτικής. Σε βρίσκει με όλα τα μέσα εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων, όπως θα έλεγε ο Εμπειρίκος, αλλά ποτέ δεν θα την κατακτήσεις, γιατί στη φύση της πάντοτε παραμένει άπιαστη κι απατηλή, παραπλανητική και αινιγματική, ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμείβει για την αφοσίωσή σου:

σου αποκαλύπτει την αλήθεια, σου λέει καθαρά πως
   ανήκει σε όλους.

Εκεί απάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας.

Τον καθένα μας; Ίσως ναι, αν αφεθούμε στη λυτρωτική δύναμή της, αν ευεργετηθούμε από τα θεραπευτικά νάματά της. Μιας δυνατής ποίησης σαν του Τίτου Πατρίκιου, ανθρωποκεντρικής, αισθαντικής, αυθόρμητης, θαλερής. Αυθεντικής πάνω απ’ όλα.

 



[1] Ποιήματα Ι 1943-1953, Ποιήματα ΙΙ, 1953-1959, Ποιήματα ΙΙΙ 1959-1973 και Ποιήματα IV 1988-2007, Κέδρος.
[2] «Συγκατοίκηση με το παρόν» 2011, «Σε βρίσκει η ποίηση» 2012.

Συνολικές προβολές σελίδας