Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ροδιά


Οδυσσέας Ελύτης, «Η τρελή ροδιά»



Ο ποιητής
Οδυσσέας Ελύτης είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε το 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και καταγόταν από οικογένεια βιομηχάνων από τη Λέσβο. Το 1914 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, αφού από το 1929 τον είχε απορροφήσει η ποίηση. Διάβαζε Καβάφη και Καρυωτάκη, καθώς και τον Γάλλο ποιητή Ελυάρ, που τον έφερε σε επαφή με την υπερρεαλιστική ποίηση. Το 1935 συνδέθηκε στενά με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Το 1940-1941 επιστρατεύτηκε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και πήγε στο μέτωπο της Αλβανίας. Απόρροια της ψυχικής έντασης που του προκάλεσε η εμπειρία αυτή ήταν οι ποιητικές συνθέσεις Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945) και Το Άξιον Εστί (1959), που του χάρισε το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1960). Από το 1948 ως το 1951 έζησε στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με σημαντικούς ποιητές και καλλιτέχνες (Μπρετόν, Πικάσσο, Καμύ κ.ά.). Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας της Σουηδικής Ακαδημίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1996.

Τα γνωρίσματα της ποίησής του και οι σημαντικότερες συλλογές του

Από τις πρώτες ποιητικές συλλογές του, η ποίηση του Ελύτη εκπέμπει φως και αισιοδοξία. Κάθε ποίημά του αποτελείται ηχηρές λέξεις και λυρικές εικόνες. Εντυπωσιάζουν οι πρωτότυπες μεταφορές του, η βαθιά αρμονία κι η αυστηρή σφιχτοδεμένη μορφή. Με εφόδια από το ελληνικό παρελθόν τον Μακρυγιάννη και τον Παπαδιαμάντη και επηρεασμένος από τη λαϊκή παράδοση και την τέχνη του Θεόφιλου και του Π. Ζωγράφου, ο Ελύτης δημιούργησε μια ποίηση ξεχωριστή, δροσερή, εφηβική, ανανεωτική και δυναμική. Οι στίχοι του αντανακλούν την ελληνική φύση, το Αιγαίο, τη μυθική και ιστορική ελληνική παράδοση, τη χαρά της ζωής και του έρωτα. Ο Ελύτης είναι ο ποιητής των αισθήσεων, του ήλιου, της θάλασσας, της λυρικής μαγείας.
Μερικές από τις σημαντικότερες ποιητικές συλλογές του είναι: Προσανατολισμοί (1940), Ήλιος ο Πρώτος (1943), Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945), Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960), Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη τέταρτη ομορφιά (1971), Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), Τα Ρω του Έρωτα (1972), Μαρία Νεφέλη (1978), Ο Μικρός Ναυτίλος (1985), Δυτικά της Λύπης (1995) κ.ά. Δημοσίευσε επίσης μελέτες και δοκίμια, όπως Ανοιχτά Χαρτιά (1974), Η μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976), Εν λευκώ (1992) κ.ά.
Ο υπερρεαλισμός και η σχέση του Ελύτη με το κίνημα
Την εποχή που πρωτοεμφανίζεται ο Ελύτης στα ελληνικά γράμματα, την ποίηση επηρεάζει ένα νέο λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνικό-πολιτικό κίνημα που φιλοδοξούσε να αλλάξει τον κόσμο, ο υπερρεαλισμός. Το κίνημα αυτό γεννήθηκε στη Γαλλία το 1924 και είχε ιδρυτή τον ψυχαναλυτή Αντρέ Μπρετόν, που έγραψε και τη διακήρυξη με τις κύριες αρχές του (μανιφέστο). Οι οπαδοί του, οι υπερρεαλιστές (ή σουρεαλιστές) ήταν επηρεασμένοι από την πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική θεωρία του μαρξισμού και είχαν το όραμα να αλλάξουν τον κόσμο. Με την επίδραση, επίσης, της ψυχανάλυσης του Φρόιντ επιχείρησαν να αναδείξουν τον κόσμο του ονείρου και να απελευθερώσουν τη φαντασία, χρησιμοποιώντας ως μέσα την ύπνωση και την αυτόματη γραφή, που άφηνε το μηχανισμό της τύχης να προσδιορίσει τη μορφή και το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου. Το ποίημα γραφόταν χωρίς προκαθορισμένο στόχο και χωρίς να υπακούει σε κανόνες της λογικής, με στόχο να αναδειχτεί ο κόσμος του υποσυνειδήτου, «οι σκοτεινοί θάλαμοι της ψυχής». Αποτέλεσμα αυτού ήταν να γίνονται διάφορες ανατροπές σε όλα τα επίπεδα του λόγου: το συντακτικό, γραμματικό, μορφολογικό. Οι λέξεις απόκτησαν ελευθερία και αυτονομία και η γλώσσα μια καινούρια δυναμική. Με την αυτόματη γραφή ο στόχος ήταν να γκρεμιστεί η ιδεολογία, η τάξη του λόγου και οι αξίες που βρίσκονταν στο υπόβαθρο της αστικής ποίησης και να αναδειχθούν οι πρωτογενείς δυνάμεις που κρύβει το ασυνείδητο. Η αυτόματη γραφή έδωσε μια καινούρια πνοή στις λέξεις, τις άφησε να αποκτήσουν δική τους ζωή, ανεξάρτητη από τα πράγματα που εκφράζουν, να έλκονται από άλλες λέξεις, δημιουργώντας «μαγνητικά πεδία» και άπειρους συνδυασμούς (Αμπατζοπούλου). Το αποτέλεσμά της είναι μια αλυσίδα ανόμοιων εικόνων που ξαφνιάζουν και αποκαλύπτουν την κρυμμένη πραγματικότητα. Σύντομα όμως οι ποιητές εγκατέλειψαν την αυτόματη γραφή, αφού οι φαινομενικά αυθαίρετες και παράλογες εικόνες τους, δημιουργούν συγκεκριμένες λεκτικές εντυπώσεις και συνειρμούς.
Στην Ελλάδα ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού είναι ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975), που έκανε την πρώτη εμφάνισή του με τη συλλογή Υψικάμινος (1935). Με τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) Μην ομιλείτε εις τον Οδηγόν, που δημοσιεύτηκε το 1938, προκαλείται σημαντική αντίδραση στον υπερρεαλισμό. Ο Εγγονόπουλος μεταφέρει το κλίμα της ζωγραφικής του, με τους έντονους χρωματισμούς και την τολμηρή σύλληψη του θέματος, και στην ποίησή του εκφράζοντας την αντίθεσή του σε κάθε συμβατικότητα με μια νέα ποιητική αισθητική που δεν έγινε, όμως, αποδεκτή από το ευρύ κοινό. Αντίθετα, έγινε δεκτή με ευμένεια η υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Προσανατολισμοί (1940) καθώς και Ήλιος ο πρώτος (1943), με τις οποίες ο ποιητής είχε μυηθεί στο νέο επαναστατικό κίνημα. Ωστόσο ο Οδυσσέας Ελύτης δεν θεωρείται γνήσιος υπερρεαλιστής, ούτε και ο ίδιος δεχόταν αυτό τον τίτλο, όπως φαίνεται από τα Ανοιχτά Χαρτιά. Στις κατοπινές συνθέσεις του, ιδιαίτερα τις μεγάλες, υπάρχει αυστηρή δομή και πειθαρχημένος λόγος, που δεν αποτελούν γνωρίσματα του υπερρεαλισμού.

Η ποιητική συλλογή Προσανατολισμοί

Το ποίημα «Η τρελή ροδιά» προέρχεται από τη συλλογή Προσανατολισμοί και συγκεκριμένα από την τελευταία ενότητά της με τίτλο «Η θητεία του καλοκαιριού». Με τη συλλογή αυτή ο Ελύτης «προσανατολίζεται» σταθερά προς μια ιδεατή ονειροποίηση του κό¬σμου, προς μια νέα αίσθηση της ελληνικής φύσης, προς την επανασύνδεση του εγώ με την οπτική πραγματικότητα, προς τη διατύπωση νέων δυνάμεων αισιοδοξίας και ζωής, προς τη συνείδηση και προς το υποσυνείδητο  (Καραντώνης).
«Η τρελή ροδιά»
Το ποίημα αυτό θεωρείται το ωριμότερο της συλλογής Προσανατολισμοί. Όλο το ποίημα βασίζεται σ’ ένα λυρικό ερωτηματικό που επανέρχεται σε όλο το ποίημα σα μουσικό μοτίβο και δένει μεταξύ τους λαμπρές συστοιχίες εικόνων (Καραντώνης). Με το σύμβολο της ροδιάς ο ποιητής εκφράζει μέσα από μεθυστικές εικόνες που απεικονίζουν τη γέννηση μιας μέρας το πάθος του για την ομορφιά της ζωής και τον έρωτα.

ΙΙ. Το ποίημα
Ο τίτλος: επικεντρώνεται στη ροδιά που αποτελεί σύμβολο της γονιμότητας και της εύθραυστης ομορφιάς. Με το επίθετο «τρελή» η ροδιά προσωποποιείται σε κορίτσι κι απεικονίζεται συνειρμικά σε μια κατάσταση διαρκούς κίνησης, σαν να την τρελαίνει ο νοτιάς, και παρακάμπτοντας στην «τρέλα» της τη σύνεση που επιβάλλουν οι κοινωνικοί θεσμοί, εξακτινώνει τη ζωογόνο επιρροή της στον κόσμο (Vitti).
Ο υπότιτλος (το μότο): προδιαθέτει για την ευχάριστη διάθεση και το γρήγορο ρυθμό του ποιήματος. «Με μια ανάσα» ο ποιητής εκφράζει την ύψιστη κατάφασή του προς τη ζωή και τη φύση.
Η δομή: Το ποίημα έχει σφιχτοδεμένη δομή: αποτελείται από έξι στροφές Χ έξι στίχους (σύνολο 36). Οι στροφές δένονται μεταξύ τους με τον στίχο-μοτίβο «πέστε μου είναι η τρελή ροδιά» που επαναλαμβάνεται έντεκα φορές (στ. 2, 4, 9, 11-12, 15, 17, 19, 23, 26, 29, 35-36). Ο ποιητής με τη ρητορική ερώτησή του (το πρωινό ερωτηματικό) απευθύνεται απρόσωπα σε όλους όσους τον ακούν ζητώντας τη συγκατάθεσή τους.
Ο ποιητικός λόγος: είναι χειμαρρώδης, ένα λυρικό παραλήρημα, μια ροή παραστάσεων και εικόνων.
Ο συμβολισμός: Μέσα από μια σειρά μετωνυμίες  («καρποφόρο γέλιο», «ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά» κ.ά.), στις οποίες εναλλάσσονται οι φυσικές και ανθρώπινες ιδιότητες, δημιουργεί ο ποιητής μια γόνιμη αμφισημία: την κόρη/ροδιά, στην οποία έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες, όπως ότι συμβολίζει την ποίηση (ποιητική ευεξία) που μεταμορφώνει τον κόσμο , «το μυστικό ρεύμα της ζωής» που καρπίζει κι ανανεώνει τα πάντα, την ψυχική μέθη του ποιητή μπροστά στο πανόραμα ενός ονειρικού κόσμου, μια αναδίπλωση στον κόσμο των αισθήσεων και τον κόσμο μέσα μας κτλ..
τον έρωτα.

Η εικονοποιία:
    Στην πρώτη στροφή απεικονίζεται ένα καλοκαιρινό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο που μόλις αντικρίζει το φως μιας καινούριας μέρας. Η προσωποποιημένη ροδιά, με την κάτασπρη φυλλωσιά της και το ρόδινο χρώμα του καρπού της συνδυάζεται στη φαντασία του ποιητή με τα ρόδινα χρώματα της αυγής. Η τρελή ροδιά που τη φυσάει ο άνεμος σκορπίζει σε όλη τη φύση ευφρόσυνη πρωινή διάθεση.
    Στη δεύτερη στροφή, μαζί με τη μέρα, ξυπνούν και οι κάμποι, ενώ τα κορίτσια κοιμούνται κι ονειρεύονται πως ολόγυμνα θερίζουν τα τριφύλια (βοτάνια της αγάπης). Κι η τρελή ροδιά, που εκπροσωπεί εδώ την ερωτική διάθεση, γεμίζει τα πανέρια τους με φώς και μεταμορφώνει τα ονόματά τους σε κελαηδισμούς, αντιμάχεται τη «συννεφιά» της ζωής και του κόσμου με τον αισθησιασμό της.
    Στην τρίτη στροφή η τρελή ροδιά «καλπάζοντας» ξέφρενα γεμίζει με ελπίδα και αισιοδοξία την όμορφη μέρα που ξημερώνει, καθώς ο ήλιος ετοιμάζεται να ανατείλει δημιουργώντας στον ορίζοντα χιλιάδες ιριδισμούς.
    Στην τέταρτη στροφή η τρελή ροδιά επενεργεί στην «εγκυμονούσα» θάλασσα και στα καράβια που φεύγουν για μακρινές ακρογιαλιές, χαιρετώντας τα από μακριά, ανάβοντας «φωτιά» στο βάθος του ορίζοντα.
    Στην πέμπτη στροφή απλώνει το φως της σε όλο τον ουρανό και τον πλημμυρίζει με χρώματα και χαρούμενους ήχους εμφυσώντας ερωτική ορμή.
    Στην έκτη στροφή η τρελή ροδιά κορυφώνοντας την αισθησιακή επενέργειά της στην ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή φύση, εμποτίζει τα πάντα με ένα βαθύ αίσθημα ευφορίας, διαλύει τα μαύρα σκοτάδια της ζωής, μεταμορφώνοντάς τα με τη νιότη, τη δροσιά και το ερωτικό της σφρίγος.

Η φύση και ο Ελύτης

Η ελληνική φύση είναι οργανικό στοιχείο στην ποίηση του Ελύτη, ύπαρξη οντολογική (Καραντώνης). Αποτελεί ένα σύνολο φαινόμενων που έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμά τους την αέναη κίνηση. Τα φυσικά στοιχεία έχουν ανθρώπινες ιδιότητες, συμπλέκονται με τους ανθρώπους.
Τα υπερρεαλιστικά στοιχεία του ποιήματος
Παρατηρούμε ότι ο Ελύτης αντλεί από τον υπερρεαλισμό τη μαγεία των λέξεων, τη μεταφορική χρήση τους και την άλογη σύνδεσή τους, την έμφαση στις αισθήσεις. Ο ίδιος ο Ελύτης σε συνέντευξή του έλεγε ότι έφερε στην ποίηση μια μέθοδο κατανόησης του κόσμου μέσω των αισθήσεων και αυτό το όφειλε στον υπερρεαλισμό. Από μορφική άποψη δανείζεται την αστιξία: είναι χαρακτηριστικό ότι στο ποίημα χρησιμοποιείται μόνο το ερωτηματικό, που προαναγγέλλεται άλλωστε στον υπότιτλο.
Τι δεν οφείλει στον υπερρεαλισμό: τη λογική συγκρότηση, τη σφιχτοδεμένη αρμονική μορφή.

Οι επιδράσεις και ο στόχος

Νεότεροι μελετητές έχουν επισημάνει την επίδραση που άσκησε στον Ελύτη την εποχή αυτή ο θαυμαστός κόσμος του Disney, ο παραμυθένιος, ονειρικός κόσμος της φαντασίας, της παιδικής αφέλειας και των προσωποποιημένων δέντρων. Η εμψύχωση (εξανθρωπισμός) του φυσικού κόσμου και η ανασύνθεση μιας αισιόδοξης όψης της πραγματικότητας αποτελούν βασικά στοιχεία στο ποίημα. «Η απόδοση της ροδιάς ως νεαρής γυναίκας που φλερτάρει με τον άνεμο παραπέμπει στα ανθρωποποιημένα δέντρα της ελληνικής λαϊκής και λογοτεχνικής παράδοσης και της υπερρεαλιστικής τέχνης. [...] Στόχος είναι η συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση, η επιστροφή σε μια θετική αντιμετώπιση των πραγμάτων με πρότυπο την αθώα εμπιστοσύνη με την οποία τα παιδιά προσεγγίζουν τα φυσικά στοιχεία και τα φαινόμενα της ζωής» (Κουτριάνου).

ΙΙΙ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ
1. Να αναζητήσετε ποιήματα που έχουν ως θέμα τους ένα δέντρο ή λουλούδι, π.χ. Λ. Μαβίλη «Η ελιά», Γ. Βιζυηνού, «Η ανεμώνη», Κ. Παλαμά, «Ρόδου μοσκοβόλημα», «Η φοινικιά», Τ. Άγρα, «Πανσέδες», Ν. Βρεττάκου, «Η αμυγδαλιά», Μ. Σαχτούρη, «Πορτοκαλιά», Χρ. Λάσκαρη, «Το κυπαρίσσι και η τριανταφυλλιά» κ.ά., να τα διαβάσετε και να συζητήσετε με τους συμμαθητές σας τον τρόπο με τον οποίο εμπνέουν τους ποιητές. Με δεδομένο ότι το θέμα αυτό σπανίζει στη μεταπολεμική ποίηση, να προσπαθήσετε να δώσετε κάποια εξήγηση.
2. Αφού διαβάσετε το παρακάτω ποίημα του Ελύτη, να επισημάνετε θεματικές και μορφικές αντιστοιχίες με την «Τρελή ροδιά»:

Η Πορτοκαλένια
Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
Σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!
Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές,
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν,
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
Τη λέει κ' η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή, μικρή, μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός,
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!                         (Ήλιος ο Πρώτος, 1943)

Σχολιασμός :


Σε αντίστιξη με το σκοτάδι της Κατοχής, το 1943 γεννιέται η συλλογή Ήλιος ο Πρώτος, μια εξαίσια, φωτολουσμένη συλλογή που αποθεώνει το θαύμα της ζωής, της ομορφιάς, του έρωτα και της φύσης. Με εκπληκτική διαύγεια εικόνων και λυρική δύναμη, με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η «Πορτοκαλένια», ο Ελύτης απεικονίζει, όπως γράφει ο Καραντώνης, μια συνείδηση αστραφτερή. Βασικό γνώρισμα του ποιήματος είναι η πρωτογενής αθωότητα. Η συνείδηση του ποιητή έχει την απλότητα της παιδικής ματιάς που πρωτανοίγει τα μάτια προς τον κόσμο.
Σύμβολο αυτής της παιδικότητας η μικρή Πορτοκαλένια που, καθώς δέχεται την πρωινή δροσιά και ζεστασιά του ήλιου, ψηλώνει σιγά σιγά κι  αφήνεται στο φως, αφήνεται στο χάδι των χελιδονιών κερδίζοντας το θαυμασμό όλων, αγγέλων, κοριτσιών, πελαργών, παγονιών. «Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα», όπως θα έλεγε ο Σολωμός, του οποίου είναι εμφανής η επίδραση στον ποίημα.
Και καθώς προχωρεί η όμορφη μέρα, όλη η πλάση μεθάει από την ομορφιά της μικρής Πορτοκαλένιας και την φωνάζουν να μεγαλώσει, να σηκωθεί για να δεχτεί το φιλί: του νερού, του καλού βοριά που καραδοκεί να την ξεγυμνώσει, του γελαστού θεού, που με το χέρι αντήλιο, την αφήνει έκθετη ώστε να θαυμάσουν τη γυμνή ομορφιά της οι άνεμοι.
Είναι ένα ποίημα για τη γέννηση του έρωτα, το ξύπνημα, την άνθιση, τη χαρά και την ομορφιά του, αλλά και τον πόνο του.
Ως σύμβολο, η Πορτοκαλένια θυμίζει την τρελή ροδιά και τη μικρή πράσινη θάλασσα. Είναι ένα δέντρο που ανθίζει ή ένα κορίτσι που μεγαλώνει και, καθώς απαλά ανοίγεται στη ζωή,  η παιδική της λάμψη  και αγνή ομορφιά της κάνουν την πλάση να σαστίσει. Όλη η φύση την καλεί να γευτεί το φιλί του έρωτα, με την ομορφιά αλλά και το «ξεγύμνωμά» του.






ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΔΕΝΤΡΑ
 

Λορέντζος Μαβίλη, «Η Ελιά»
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

Ιωάννης Πολέμης, «Η λεύκα»
Τη θυμάσαι τη λεύκα μας; Παιχνιδιάρα στην αύρα
φιλικά μας προστάτευεν απ' του ήλιου τη λαύρα,
και με χάρη σαλεύοντας την ψηλή κορυφή της
εψιθύριζε πρόσχαρη τη χαρά την κρυφή της
και σκορπούσε το γέλιο της στους φραγμούς και στ' αμπέλια.

Γιατί τότε αποκρίνονταν στα δικά σου τα γέλια.

Χθες επέρασα μόνος μου — τι δεν κάνουν τα χρόνια!—
βασιλεύει τριγύρω της ερημιά, καταφρόνια!
Κ'  η θεόρατη λεύκα μας, που τον πόνο μου ξέρει,
με μια θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ' αγέρι
και σκορπά το παράπονο μες στου ήλιου το κάμα...

Γιατί τώρ' αποκρίνεται στο δικό μου το κλάμα.

Κωστής Παλαμάς, «Αγνάντια το παράθυρο»
Αγνάντια το παράθυρο• στο βάθος
ο ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ’ άλλο•
κι ανάμεσα ουρανόζωστον, ολόκληρο,
ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι• τίποτ’ άλλο•
και ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι,
στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμιάς το σάλο,
όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι,
ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ’ άλλο.

Γεώργιος Δροσίνης, «Η ανθισμένη αμυγδαλιά»
Εκούνησε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κ' εγέμισ' από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά,
και τα μαλλάκια της.

Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελή,
γλυκά τη φίλησα,
της τίναξα τα άνθη από  την κεφαλή
 κ'  έτσι της μίλησα:

—Τρελή, να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά-
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θε νάρθει η βαρυχειμωνιά
δεν το στοχάζεσαι;

Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά,
τα παιγνιδάκια σου,
σκυφτή γριούλα, με τα κάτασπρα μαλλιά,
και τα γυαλάκια σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μια μυγδαλιά και δίπλα της»
Μια μυγδαλιά και δίπλα της,
εσύ. Μα πότε ανθίσατε;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω.

Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δος μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ' ουρανού
να στις γιομίσω.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές»
Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ’ τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με μάλωνε:

Χτες σ'  έλουσα, χτες σ'  άλλαξα, πού γύριζες,
ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα
και νεραντζάνθια.

Μίλτος Σαχτούρης, «Πορτοκαλιά»
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα
πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέ¬-
χει. Ένας γέρος κοιτάζει μέσ' απ' το τζάμι. Ένα ξερό δεν-
¬τρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με
πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο
και το φλυτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε
να κλαίνε
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας

Συνολικές προβολές σελίδας