Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΔΕΝΤΡΑ
 

Λορέντζος Μαβίλη, «Η Ελιά»
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

Ιωάννης Πολέμης, «Η λεύκα»
Τη θυμάσαι τη λεύκα μας; Παιχνιδιάρα στην αύρα
φιλικά μας προστάτευεν απ' του ήλιου τη λαύρα,
και με χάρη σαλεύοντας την ψηλή κορυφή της
εψιθύριζε πρόσχαρη τη χαρά την κρυφή της
και σκορπούσε το γέλιο της στους φραγμούς και στ' αμπέλια.

Γιατί τότε αποκρίνονταν στα δικά σου τα γέλια.

Χθες επέρασα μόνος μου — τι δεν κάνουν τα χρόνια!—
βασιλεύει τριγύρω της ερημιά, καταφρόνια!
Κ'  η θεόρατη λεύκα μας, που τον πόνο μου ξέρει,
με μια θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ' αγέρι
και σκορπά το παράπονο μες στου ήλιου το κάμα...

Γιατί τώρ' αποκρίνεται στο δικό μου το κλάμα.

Κωστής Παλαμάς, «Αγνάντια το παράθυρο»
Αγνάντια το παράθυρο• στο βάθος
ο ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ’ άλλο•
κι ανάμεσα ουρανόζωστον, ολόκληρο,
ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι• τίποτ’ άλλο•
και ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι,
στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμιάς το σάλο,
όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι,
ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ’ άλλο.

Γεώργιος Δροσίνης, «Η ανθισμένη αμυγδαλιά»
Εκούνησε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κ' εγέμισ' από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά,
και τα μαλλάκια της.

Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελή,
γλυκά τη φίλησα,
της τίναξα τα άνθη από  την κεφαλή
 κ'  έτσι της μίλησα:

—Τρελή, να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά-
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θε νάρθει η βαρυχειμωνιά
δεν το στοχάζεσαι;

Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά,
τα παιγνιδάκια σου,
σκυφτή γριούλα, με τα κάτασπρα μαλλιά,
και τα γυαλάκια σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μια μυγδαλιά και δίπλα της»
Μια μυγδαλιά και δίπλα της,
εσύ. Μα πότε ανθίσατε;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω.

Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δος μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ' ουρανού
να στις γιομίσω.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές»
Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ’ τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με μάλωνε:

Χτες σ'  έλουσα, χτες σ'  άλλαξα, πού γύριζες,
ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα
και νεραντζάνθια.

Μίλτος Σαχτούρης, «Πορτοκαλιά»
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα
πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέ¬-
χει. Ένας γέρος κοιτάζει μέσ' απ' το τζάμι. Ένα ξερό δεν-
¬τρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με
πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο
και το φλυτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε
να κλαίνε
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας