Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Για την ποιήτρια Μαρία Καραγιάννη


Στο ενδιάμεσο γης και ουρανού

Οι ποιητές λένε έχουν εμμονές. Πάνω από όλα εμμένουν στις λέξεις, ενίοτε σε ιδέες, σε μνήμες, στο παρελθόν, σε πρόσωπα. Η ποίηση της Μαρίας Καραγιάννη εμμένει στα άψυχα. Όλα, όντα και μη όντα, αποπνέουν μια αίσθηση ακινησίας και στασιμότητας. Σα να έχουν όλα «ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά» τους, «ένα κλαδάκι λησμονιάς»: «Με ήσυχο αίμα / καθώς η πάχνη σε δέρμα λιβαδιού. Η γη είναι άγονη 52, οι κήποι έχουν χάρτινα άνθη 52, ο αναπτήρας χαλασμένος 56, το άρωμα των λουλουδιών «εξοντωμένο», οι καθρέφτες σκεπασμένοι σελ 57, τα βρέφη πνιγμένα 57, τα όνειρα εξορισμένα και ξεχασμένα (σελ. 58), οι ναοί κλειδωμένοι (58), και οι άγγελοι δε θα ’ρθουν σελ 55.
Στους στίχους ιδίως της συλλογής της Η κατάδυση (ποιήματα του 1956-1963), σκιαγραφείται ένα σύμπαν σαχτουρικό, όπου ο ουρανός, ο ήλιος, το φως, τα δέντρα, τα βράχια, η θάλασσα, τα πλοία, τα σπίτια, όλα έχουν από καιρό πετρώσει. Ανήκουν σε έναν κόσμο απολιθωμένο, που έχει πάψει πια να ζει (όπως η νεκρόπολη της Λίνδου). Είναι ένα εφιαλτικό σύμπαν με εικόνες που ανακαλούν στη μνήμη τη ζωγραφισμένη ποίηση του Σαχτούρη: αράχνες που κλείνουν τον ουρανό (σελ. 9), έναν ουρανό όμως που δεν έχει γη για να ακουμπήσει (12). μια γη που σχίζεται στα δυο (9), ίσκιοι που διαφεντεύουν το τοπίο (14, 15) και «πολύχειρα τέρατα (17)» που βγαίνουν από τη θάλασσα και σκεπάζουν τα βράχια, βυθίζουν καράβια.
Ακόμα και τα έμψυχα όντα μοιάζουν σαν να έχουν πεθάνει. Το ποιητικό υποκείμενο με το πρόσωπο τυφλό εποπτεύει το σώμα του από ψηλά, ντυμένο «με άσπρα / και κόκκινα και σκοτεινά φορέματα». Σαν να το βλέπει μέσα σε τάφο. Και, γενικά, οι τάφοι, τα κενοτάφια κυρίως, οι «τυφλές λακκούβες», τα «κλεισμένα μάτια», οι «αόμματοι ήλιοι», τα «καμένα φεγγάρια» παραπέμπουν σε παντελή έλλειψη φωτός, στο απέραντο σκότος του θανάτου.
Σ’ αυτό το ενδογενές τοπίο ακόμα και τα πουλιά είναι άψυχα, νεκρά, «άκορμα»:
Κοίταξε την αράχνη
έκλεισε τον ουρανό
που σκεπάζει
το πεθαμένο πουλί
Σα να μην έφτανε
το μωβ λουλούδι
η σκισμένη γη
το μισάνοιχτο ράμφος[1].

Τα πουλιά είναι αγαπημένο μοτίβο στην ποίηση της Καραγιάννη. Εχθρικά, επιτίθενται στους ανθρώπους, τους καρφώνουν με τα ράμφη τους κι ύστερα πεθαίνουν. Ακόμα κι όταν είναι πολύχρωμα, δεν είναι ζωντανά. Είναι διακοσμητικά, κρεμασμένα στον τοίχο, βουβά, ταριχευμένα (σελ. 29). Παρόμοια με αυτά και το ποιητικό υποκείμενο, ζώντας στο σκοτάδι, νιώθει συχνά να πνίγεται, σαν πουλί που δεν έχει αέρα και φωνή. Τα μαύρα πουλιά στοιχειώνουν τα όνειρά του, κατακλύζουν τον κόσμο του, κηδεύουν τον ουρανό ή τον ήλιο, σβήνουν τις ελπίδες:
[…]
Μαύρα πουλιά
με σπασμένους λαιμούς
ατροφικές φτερούγες
κι αξίνες ράμφη
κηδεύανε τον ουρανό
βουλιάζανε τις στέγες
και τις παλάμες των ανθρώπων […][2]

Κι αλλού:
      Τώρα δεν έρχονται τα πουλιά
      να κηδέψουν τον ήλιο
καρφώνουν μόνο τα γαμψά τους πόδια
στο τυφλό μου πρόσωπο […][3]

Η επιθετικότητα των πουλιών δεν είναι άσχετη με το χρόνο και το χώρο όπου ζει η ποιήτρια. Ιδίως ο χώρος της μικραίνει συνεχώς, γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτικός:
[…]
κι ο χώρος μίκραινε-μίκραινε
κι ο χώρος μίκραινε
ο χώρος[4]

Κι αλλού:
      […]
      μικραίνουνε τα χέρια μου
κοντά κι ανάπηρα
[…]

Είναι ένας χώρος  άδειος, κλεισμένος από παντού. Εποχή δύσκολη, φόβου, καχυποψίας:

Κατοικώ ένα πέτρινο σπίτι
με άδειες σπηλιές
κι οι συγγενείς ανύποπτοι με κυκλώνουν
με τεντωμένες παλάμες[5].

Η μοναξιά είναι ασφυκτική, κυριαρχεί σ’ αυτό το ανοίκειο σύμπαν. Το ποιητικό υποκείμενο βλέπει μόνο τον εαυτό του στον καθρέφτη, αυτόν τον δίδυμο αδελφό. Τα φαράγγια με την ηχώ τον συντροφεύουν καθώς αγωνίζεται να αποδιώξει τις μνήμες:
     
Πάρε με μαζί σου στο Μπεϊρούτ
λένε για τη θάλασσα
πως πνίγει τη μνήμη[6]

Το ίδιο αίσθημα πνιγμού απεικονίζει και η συλλογή Ο πυθμένας που περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν κατά την περίοδο της δικτατορίας. Την ίδια ακινησία, το ίδιο αίσθημα εγκλεισμού και αδιεξόδου. Μετά την κατάδυση έρχεται η ανώμαλη προσγείωση σε έναν εχθρικό, παγερό και σιωπηλό πυθμένα, κατάμεστο από φίδια και κοφτερά φτερά ψαριών, μεγάλα κήτη (σελ. 45). Εποχή για σιωπή, αυτοσυγκέντρωση και ανανέωση:

Και για να ’ρθει η σιωπή
πρέπει πρώτα να μάθουμε
το μυστικό της ταφής.
Στους πυθμένες των πηγαδιών
με κομμένα σκοινιά
βαριά σκεπασμένα τα στόμια
να βυθίζουμε τις κραυγές.
Ν’ αναπαυτούν στον πνιγμό τους.
Τότε μονάχα θα ’ρθουν
οι καινούριες λέξεις
που αθόρυβα θα αφηγούνται
σαν τα σβησμένα πρόσωπα
βυζαντινού εικονίσματος[7].

Η γη, ο γήινος κόσμος της ποιήτριας, χαρακτηρίζεται, λοιπόν, από το θάνατο, την ερήμωση, το κακό. Κι όπως με τον ουράνιο κόσμο του Σαχτούρη, όπου εκεί ο ποιητής-άγγελος προσπαθεί να αποκαταστήσει την κλονισμένη σχέση με τον ουρανό, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια συνομιλεί χαμηλόφωνα σε β΄ ρηματικό πρόσωπο με τους φίλους της και επικαλείται τον Κύριο να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και να διώξει την ερημιά και την εγκατάλειψη[8]. Αν και ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, συγγενεύει στις πρώτες συλλογές της με τον Σεφέρη αλλά και με τους ποιητές της πρώτης γενιάς: τον Σαχτούρη, τον Αναγνωστάκη και τον Σινόπουλο.
Στο ενδιάμεσο ουρανού και γης βρίσκονται και οι άγγελοι. Σαν φτερωτά πτηνά ανεβαίνουν ψηλά ή κάνουν απότομη βουτιά στη γη. Στις πρώτες συλλογές της είναι φορείς μνήμης, όπως της μητέρας[9] ή του καλού και του αναμενόμενου, της ελπίδας, η οποία όμως συνήθως δεν έρχεται:
Κι αυτό το σπίτι έμεινε
για να προσεύχεσαι
σε αγγέλους που δε θα ’ρθουν[10].

Οι άγγελοι στην ποίηση της Καραγιάννη συμβολίζουν την αγνότητα και την πνευματικότητα που χάθηκε από τη γη. Γι’ αυτό και το φυσικό τους τοπίο είναι το ουράνιο και η υπόστασή τους άπιαστη και άυλη[11]. Η αναζήτησή τους στον γήινο κόσμο μοιάζει με χαμένη υπόθεση, σαν το κυνήγι μιας οπτασίας:  
      […]
και οι κήποι ξεχασμένοι
να εξάπτονται
μ’ άσπρα και κόκκινα
τριαντάφυλλα
να κυνηγούν
ερεθισμένα  και στιλπνά
τον άγγελο
χαμένο ίχνος
πυρπολημένος
φως εν φυγή[12]

Είναι σαν ίσκιοι «φορτωμένοι με φτερά»[13] ή σαν ήλιοι καιόμενοι, που στο κορμί τους φέρουν τις πληγές της αγάπης. Θυσιάζεται για να σώσει έναν κόσμο τρομαγμένο, ξεχασμένον από την ελπίδα:

Φάνηκε ο άγγελος
και οι πληγές του αστράψαν ανοιχτές
Ύστερα βιαστικός
πυρπολημένος μες στον ήλιο του
μας άφησε
[…][14]

Ενίοτε, ο άγγελος λειτουργεί ως μεσάζων, διακομιστής στην άλλη ζωή, άγγελος του θανάτου, τρομαγμένος όμως κι αυτός για το θάνατο:
      Και μόνο στον πυρήνα
      φωνάζει σταθερά
      τον τρομαγμένο άγγελο
να ετοιμαστούν μαζί
για το ταξίδι[15].

Τι σχέση έχουν λοιπόν τα πουλιά, οι άγγελοι με τον ουρανό και τη γη; 




[1] «Έκλεισε τον ουρανό», Η κατάδυση και ο πυθμένας», Κέδρος 1979, σελ.9.
[2] «Η βροχή στην Λίνδο», ό.π., σελ. 19.
[3] «Όταν πεθαίνουν», ό.π., σελ. 26.
[4] «Ο χώρος μίκραινε», ό.π. σελ. 28.
[5] 31
[6] 36
[7] «Οι καινούριες λέξεις», σελ. 46.
[8] Σελ 50, 51
[9] «Παλιά μνήμη», ό.π., σελ.54
[10] «Σε αγγέλους που δε θα ’ρθουν», ό.π., σελ. 55.
[11] Μοιάζουν με τον σεφερικό άγγελο του Μυθιστορήματος : «Τον άγγελο/ τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια…»
[12] «Ποιο πλήθος έρχεται έρποντας», Δίδυμο όνειρο, σελ. 16.
[13] «Κάθε φορά ο άγγελος», Δίδυμο όνειρο, Κέδρος 1979, σελ. 7.
[14] «Πυρπολημένος μες στον ήλιο του», ό.π., σελ. 15.
[15] «Μόνο στον πυρήνα», ό.π., σελ. 20.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας